Τετάρτη, Ιουλίου 31, 2013

Ένα παλιό, διαχρονικό μήνυμα των Φιλικών

Ο Όρκος των Φιλικών. Έργο του Θεόφιλου Τσόκου (1849).

«Ορκίζομαι ότι θέλω τρέφει εις την καρδίαν μου αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος μου, των οπαδών και των ομοφρόνων με τούτους, θέλω ενεργεί κατά πάντα τρόπον προς βλάβην και αυτόν τον παντελή όλεθρόν των, όταν η περίστασις το συγχωρήσει. [...]
Τέλος πάντων ορκίζομαι εις Σε, ω ιερά πλην τρισάθλια Πατρίς ! Ορκίζομαι εις τας πολυχρονίους βασάνους Σου. Ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα τα οποία τόσους αιώνας έχυσαν και χύνουν τα ταλαίπωρα τέκνα Σου, εις τα ίδια μου δάκρυα, χυνόμενα κατά ταύτην την στιγμήν, και εις την μέλλουσαν ελευθερίαν των ομογενών μου ότι αφιερώνομαι όλως εις Σε. Εις το εξής συ θέλεις είσαι η αιτία και ο σκοπός των διαλογισμών μου. Το όνομά σου ο οδηγός των πράξεών μου, και η ευτυχία Σου η ανταμοιβή των κόπων μου. Η θεία δικαιοσύνη ας εξαντλήσει επάνω εις την κεφαλήν μου όλους τους κεραυνούς της, το όνομά μου να είναι εις αποστροφήν, και το υποκείμενόν μου το αντικείμενον της κατάρας και του αναθέματος των Ομογενών μου, αν ίσως λησμονήσω εις μίαν στιγμήν τας δυστυχίας των και δεν εκπληρώσω το χρέος μου». 
Απόσπασμα από τον Όρκο της Φιλικής Εταιρείας, όπως παρατίθεται στο βιβλίο του Σακελλάριου Γ. Σακελλαρίου, Οδησσός 1909, σελ. 34

Ο όρκος της Φιλικής Εταιρείας δεν είναι ένα απλό τυπικό μυήσεως σε συνωμοτική οργάνωση, σε ηγετική ομάδα εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Είναι το ψυχολογικό χρονικό του υπόδουλου Ελληνισμού. Συνάμα αποτελεί έναν πνευματικό χάρτη, με σπουδαίους οδοδείκτες, στίγματα, που μπορούν να μας βοηθήσουν να αποδράσουμε από τα σύγχρονα δεσμά – αλυσίδες υλοποιημένες μέσα στην προσωπικότητα και τις σκέψεις μας. Αόρατη η φυλακή μας. Γι' αυτό δυσκολευόμαστε να βρούμε αντικλείδια ή εκρηκτικά ικανά να θραύσουν, να διαλύσουν τους τοίχους τους. Αυτό το αιματηρό κείμενο θα έπρεπε να είναι ένα από τα ελάχιστα γραπτά μνημεία του πολιτισμού μας, τα οποία θα έπρεπε να αποστηθίζουν μέχρι... τελείας οι μαθητές. Είναι ταξίδι λέξεων σε συναισθήματα, φόβους, χρόνους, καταστάσεις με προορισμό τον μοναδικό άξιο λόγου στην ανθρώπινη περιπέτεια: την Ελευθερία. Ό,τι δεν σχετίζεται με την Ελευθερία, άλλωστε, δεν έχει και τόσο ενδιαφέρον.

Μίσος

Οι Φιλικοί, μεσαίοι έμποροι, λόγιοι, υπάλληλοι ή αξιωματικοί, άπαντες ήταν ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Ακόμα κι αν τους έλειπαν ψηφίδες, η μύησή τους και η διασύνδεσή με την υποσχετική του φόνου των τυράννων και των συνεργατών τους καθώς και του δικού τους θανάτου αρκούσαν για να συμπληρώσουν την εικόνα του ενάρετου πολεμιστή. Τα πιο ταχύρρυθμα μαθήματα φιλοσοφίας που έχουν δοθεί ποτέ, ήταν οι σκιές των κεριών στην αίθουσα όπου δινόταν ο όρκος. Η εικόνα. Η εναλλαγή σιωπής και ψιθύρων. Οι αιμάτινες λέξεις, ποτισμένες με ατόφιο μίσος για τον εχθρό, δάκρυα για τον συλλογικό πόνο, αγάπη για τον εταίρο, αυτοταπείνωση. Ένα αληθινό ψυχόδραμα με την καθαρτήρια κατάληξη: την απόφαση, την πράξη.
Ακριβώς αυτό λείπει από τα τρέχοντα ασυνάρτητα αναρριπίσματα της θλίψης μας. Η οργή δεν έχει γίνει μίσος. Το μίσος δεν έχει κατασταλάξει σε απαρασάλευτη βούληση να δράσουμε «κατά πάντα τρόπον προς βλάβην και αυτόν τον παντελή όλεθρον» των εχθρών του Γένους μας. Θυμίζουμε τους «φρέσκους» εγκλείστους των φυλακών που τον πρώτο καιρό σχεδόν αρνούνται να συνειδητοποιήσουν το ειδικό βάρος της κατάστασής τους. Δεν μπορούν να δεχτούν την εμπράγματη απώλεια της ελευθερίας τους και βαριούνται ακόμα και να διαβάσουν τη δικογραφία τους, να ασχοληθούν με την υπόθεσή τους.

Τι πράττειν

Τα πράγματα είναι απλά. Πάντα είναι. Έλληνες και τύραννοι δεν χωρούν στον ίδιον τόπο. Ελευθερία και σκλαβιά δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Τα πρόσωπα που στελεχώνουν τις ορδές των Δαρείων και των Ιμπραήμ είναι γνωστά. Το ίδιο και οι απεχθείς «οπαδοί και ομόφρονές» τους. Προς το παρόν, οι λόγχες τους δεν διακρίνονται στον ορίζοντα. Τα όπλα τους έχουν διαφορετική υφή και φύση. Είναι η «επικοινωνία» όπως ψευδεπίγραφα αποκαλούν την προπαγάνδα τους, το χρήμα. Ευτυχώς για όλους μας, η υπεροπλία τους δεν είναι τόσο συντριπτική – όση θα έπρεπε να έχει κάθε στράτευμα που γνωρίζει ότι έχει απόλυτο άδικο. Από τα προαναφερθέντα οπλικά συστήματα διαθέτουν και οι ημέτερες δυνάμεις. Η αδιαλλαξία και η σφοδρή επίθεση - όταν η περίστασις το συγχωρεί- είναι τα επόμενα επεισόδια της σύγχρονης τραγωδίας, όπου συμμετέχουμε θέλοντας και μη. Η Φιλική Εταιρεία, η «αόρατος αρχή» μας, βρίσκεται πάντα εν λειτουργία. Μέσα μας...

Δευτέρα, Ιουλίου 29, 2013

Η λυπημένη θλίψις

Στη μικρή φωτογραφία βλέπουμε τον (κινηματογραφικό) επιχειρηματία του καταστήματος «Το παλουκάκι» και στη μεγάλη τον κάτοχο του μεγάλου παλουκιού...

Θυμάστε την σπουδαία σκηνή με τον Αθηνόδωρο Προύσαλη στην ταινία «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη;» Αν όχι, ξαναδείτε την! Σ' αυτό το αριστούργημα του 1968, ο Προύσαλης υποδύεται τον ιδιοκτήτη του νυχτερινού κέντρου «Το Παλουκάκι». Ο γιαλαντζί ντερβίσης μαγαζάτορας, πηγαίνει στην οικογένεια του Πολυκράτη Σπανού (Αλέκος Αλεξανδράκης) να πληρωθεί τα σπασμένα από ένα καβγά που έκανε η «Ιταλίδα» σύζυγός του, η Μπιάνκα (Μάρω Κοντού) στο κατάστημά του. Όταν η «Τούλα Σπανού», η αδελφή του Πολυκράτη (Κατερίνα Γιουλάκη), βλέπει το λογαριασμό ρωτάει τον «ημίμαγκα» επιχειρηματία «τι είναι αυτό;» και εκείνος απαντάει: «Η λυπημένη θλίψις». Έτσι είναι οι λογαριασμοί. Λυπημένες θλίψεις. Η... τεθλιμμένη φράση είναι η πρώτη που πέρασε από το μυαλό μερικών οπαδών του ελληνικού σινεμά, όταν διάβασαν το κύριο άρθρο της «κυριακάτικης δημοκρατίας» με τίτλο «Το απόρρητο σχέδιο-έκπληξη των Αμερικανών για την Ελλάδα». Ειδικά η παράγραφος για το «τι προβλέπει το 'κείμενο εργασίας' για Σκοπιανό, Κυπριακό και ΑΟΖ» είναι πιο ανατριχιαστική κι από το λογαριασμό που πλήρωσε το τζετ σετ του ντιριντάχτα στη Ρεμοκατάνυξη της Μύκονου που πνίγηκε στην σαμπάνια.

Το «παλουκάκι»

Προς επίρρωσιν του συνειρμού με τη «λυπημένη θλίψη» παρατίθενται κρίσιμα χωρία του άρθρου. Πρώτα για το Μακεδονικό: «Ο κύριος Σαμαράς έχει μετατοπίσει το βάρος της διαπραγμάτευσης στην πάση θυσία διασφάλιση της ονομασίας erga omnes. [...] Στην πρόσφατη τοποθέτησή του στο Συνέδριο της Ν.Δ., χωρίς να κάνει αναφορά στον γεωγραφικό προσδιορισμό, ζήτησε να παραιτηθούν οι Σκοπιανοί από τους αλυτρωτισμούς και να συμφωνήσουν με ένα 'νέο όνομα, που δεν θα θίγει την ελληνικότητα της ελληνικής Μακεδονίας'».
Πάρτε και ολίγη από Κυπριακό: «Στο Κυπριακό, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα: Οι ΗΠΑ επιθυμούν την επανέναρξη των συνομιλιών για διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία, ενώ στον πρόεδρο Αναστασιάδη έχουν φτάσει πληροφορίες ότι θα του ζητηθεί κάτι που είναι δύσκολα διαχειρίσιμο: Η σύσταση ταμείου αλληλεγγύης γενεών για τα έσοδα από την αξιοποίηση του φυσικού αερίου, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν μελλοντικά για τη σύσταση του νέου κυπριακού κράτους, με βάση το σχέδιο Ανάν».
Θέλετε και κάτι για αγωγούς; «Οι ΗΠΑ Ηπιθυμούν το φυσικό αέριο Ισραήλ - Κύπρου να διοχετεύεται στην Ευρώπη μέσω Τουρκίας (όχι μέσω Κρήτης) και μετά Ελλάδας (βορείως, διά της αξιοποίησης του αγωγού TAP), ενώ της Ελλάδας (Ιόνιο - νότια Κρήτη) μέσω Ιταλίας - Μάλτας».
Μιλάμε για πολύ θλίψη...

Πέμπτη, Ιουλίου 25, 2013

Ολοι στη Σύρο, αδέλφια!

Εχετε πάει στην Ερμούπολη; Στην Ανω Σύρο; Στον Γαλησσά; Στον Φοίνικα; Στην Παρακοπή; Στην Ντε λα Γκράτσια; Στον προϊστορικό οικισμό του Καστρίου (κακοτράχαλο το μονοπάτι, ώσπου να φτάσετε θα πείτε τον δεσπότη Παναγιώτη). Εχετε φάει χαλβαδόπιτες; Από Μάρκο Βαμβακάρη κατέχετε πράμα; Από Δομήνικο Θεοτοκόπουλο; Τη σπηλιά του Φερεκύδη θέλετε να τη δείτε; Ας πούμε ότι όλα τα παραπάνω δεν σας λένε τίποτα. Ακόμα και έτσι, αξίζει τον κόπο να αφιερώσετε λίγες από τις ημέρες των διακοπών σας για να περιηγηθείτε την αρχόντισσα των Κυκλάδων, που έχει κλέψει τις καρδιές του Στουρνάρα, του Γιάννου Παπαντωνίου και του Φρανσουά Ολάν. Αυτοί οι φτωχούληδες του Θεού έκαναν τα κόπια τους κομπόδεμα και έφτιαξαν κάτι παραπηγματάκια (μάλλον από ελενίτ) με πισινούλες (τόσες δα), για να ξαποσταίνουν τα καλοκαίρια. Ο υπογράφων το παρόν είχε πολλάκις την τύχη να αντικρίσει από κοντά (προ Μνημονίου) τον υπέροχο Γιάννο Παπαντωνίου να βολτάρει αμέριμνος -με περιβολή παραθεριστού- στην Ερμούπολη. Η θέα του ακέραιου σοσιαλιστού εθνοσωτήρος και το άρωμα από τα θυμάρια διέταξαν τη Μούσα να εμπνεύσει την ταπεινότητά μου να παραχαράξει τη «Φραγκοσυριανή».  

Κολγκέιτ

Και το άσμα προς τιμήν τους πάει κάπως έτσι: «Μία φούντωση μια φλόγα, μ' αυξημένο ΦΠΑ. Λες και μάγια μου 'χεις κάνει, καγκελάριε γλυκιά. / Θα 'ρθω για να σου πληρώσω το χαράτσι της ΔΕΗ. Θα σου ρίξω ένα μπουκέτο κι ας με πάνε φυλακή. / Θα σε δω στη βίλα πέρα με τον Φρανσουά Ολάν, να νικάς Γιάννη Στουρνάρα σε παρτίδα του κουμκάν. / Να κι ο Γιάννος ο Κολγκέιτ, χαρωπός, και λιάζεται. Στην πισίνα δίπλα η θράκα, γεύμα ετοιμάζεται. / Λιμουζίνες, συνοδείες, Φοίνικα - Παρακοπή. / Αχ, να πας εισαγγελέα, να σου ρίξει μια ποινή. / Να μιλήσεις για τις τζίφρες, ΔΝΤ, “κουρέματα”. / Να σε γδύσουν, να σε ρίξουν σε αγκαθορέματα. / Μ' έφαγε η ανεργία, πείνα και αναδουλειά. Κι εσείς, όλο υγεία, μου περνάτε τη θηλιά. / Μες στις θάλασσες βουτάτε, μπλουμ από τα κότερα. / Σαν τρελοί τα κονομάτε, θέτε περισσότερα».  

Εννοείται ότι στην ανωτέρω παρατεθείσα, λίαν βλάσφημη μετασκευή της «Φραγκοσυριανής» συμμετέχει ακουσίως ο Γιώργος Νταλάρας. Εχει κι αυτός ένα φτωχικό στη Σύρα μας. Εβίβα, παιδιά, η φτώχεια θέλει καλοπέραση.

Κυριακή, Ιουλίου 21, 2013

Ο Νίτσε για τους «αγανακτισμένους»

Αριστερά: ο Νίτσε μαζί με την παρολίγον σύζυγό του Σαλώμη και τον φίλο του Πολ Ρέε. Δεξιά: πορτρέτο του φιλοσόφου, φιλοτεχνημένο από τον Έντβαρντ Μουνκ. 

«Ο αγανακτισμένος άνθρωπος, και εκείνος που αδιάκοπα ξεσκίζει και κατασπαράζει με τα ίδια του τα δόντια τον εαυτό του (ή, αντί για τον εαυτό του, τον κόσμο, τον Θεό ή την κοινωνία), μπορεί, όντως από ηθική άποψη να στέκεται ψηλότερα από τον γελαστό και ικανοποιημένο από τον εαυτό του σάτυρο, αλλά υπό κάθε άλλη έννοια είναι πιο συνηθισμένος, ο πιο αδιάφορος, ο λιγότερο διδακτικός. Και κανένας δε ψεύδεται τόσο, όσο ο αγανακτισμένος».
«Ο Νίτσε από το Άλφα ως το Ωμέγα», μετάφραση – επιμέλεια – ανθολόγηση Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις «Μεταίχμιο», σελ. 23

Με 72 εκρηκτικές λέξεις, ο Νίτσε προσφέρει λύση για το πνιγηρό πρόβλημα που έχει αφαιρέσει οξυγόνο από το νου και το πνεύμα των Ελλήνων. Το χωρίο που παρατέθηκε στην αρχή έχει ανθολογηθεί στην όμορφη έκδοση του «Μεταίχμιου» και προέρχεται από το έργο του φιλοσόφου «Πέρα από το καλό και το κακό». Το απόσπασμα είναι ταιριαστό με τον τίτλο του βιβλίου του Νίτσε. Μερικές πραγματικότητες, χειροπιαστές αλήθειες, δεν μπορούν να υπαχθούν σε ηθικό κώδικα. Δεν ανήκουν στο πεδίο της ισχύος των άγραφων νόμων. Είναι αυτές που είναι. Δεν περιφρονούν το καλό και το κακό, ούτε ενδιαφέρονται για αυτό. Βρίσκονται σε άλλη διάσταση, σε διαφορετικές υπαρκτικές σφαίρες από το εκκρεμές της ηθικής, τη δαμόκλειο σπάθη που τέμνει την προσωπικότητά μας σε φωτεινή και σκοτεινή, παραγνωρίζοντας ότι είναι κόσμος ενιαίος. Οι πραγματικότητες υφίστανται εκτός αξιολογικών κρίσεων. Απλά εμείς προσπαθούμε να τις εντάξουμε κάπου για να νιώσουμε καλύτερα με την ερμηνεία τους – μια και πάντα η ερμηνεία προσφέρει μια ψευδαίσθηση κατοχής και ελέγχου. Ο Νίτσε δεν προσδοκούσε τον έλεγχο. Εκδήλωνε τον εσώτερο εαυτό του με την ειλικρίνεια του κεραυνού. Όποιος στάθηκε σε κατάλληλο σημείο για να χτυπηθεί από το ηλεκτρικό φορτίο της φιλοσοφικής αστροφωτιάς του φοβερού «φίλου» του Βάγκνερ -και ήταν και αρκετά τυχερός για να μην απανθρακωθεί- κατάλαβε μερικά από τα μηνύματά του.

Φρούδα ελπίδα

Η αγανάκτηση για τον Γερμανό φιλόσοφο είναι κάτι χειρότερο από το τίποτα. Είναι υποκρισία και κοινοτοπία μαζί. Το κλειδί της σκέψης αυτής της «σκοτεινής» (για μερικούς) μορφής είναι η πράξη. Μόνο η πράξη, η εκδήλωση, το «αίμα» ήταν αληθινό για εκείνον. Η ενέργεια που δεν εκτονώνεται, δεν διοχετεύεται από τον δημιουργό στον υποδοχέα είναι ύβρις. Οι σκέψεις μας, τα συναισθήματα, οι πόθοι, οι στοχασμοί και οι αναπολήσεις δεν αποκτούν περιεχόμενο αν δεν καταλήξουν σε μια εμφατική έκφραση της αποδοχής ή της απόρριψής τους. Στην Ελλάδα, εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εγκλωβιστεί στο αδιέξοδο της αγανάκτησης. Βαδίζουν πάνω κάτω. Βρίσκουν το εικονικό «τέρμα», αποκαρδιώνονται κι έπειτα πραγματοποιούν την ίδια διαδρομή. Ατέρμονα, ατελέσφορα. Προσπαθούν να φέρουν διαφορετικά αποτελέσματα επαναλαμβάνοντας τα βασικά λάθη της συμπεριφοράς τους. Το εργαστήριο του παραλόγου περιλαμβάνει: 1) «Θεσμική» απειλή για επιδείνωση της δεινής κατάστασης. 2) Αβολίδωτη γκρίνια των άμεσα θιγομένων. 3) Περαιτέρω επιδείνωση. 4) Ακίνδυνη αγανάκτηση των πολλών. 5) Ήσυχος και νομιμόφρων θάνατος όσων έχουν παρεξηγήσει τον εαυτό τους για ανίσχυρο. 6) Επιπλέον απειλές για επιδείνωση της κατάστασης. 7) Συμμόρφωση των πολλών με τη θεσμοθετημένη χαμοζωή εν όψει του θρυλούμενου Αρμαγεδδώνα. 8) Παραίτηση των πολλών από το δικαίωμα του να «είναι» και εθελούσιος υποβιβασμός τους στην κατάσταση του «υπάρχειν».
Λίγα πράγματα είναι χειρότερα από την ανάθεση του βίου μας στην αρμοδιότητα μιας φρούδας ελπίδας.

Ανοχή – ενοχή

Στο «Ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο», ο Νίτσε συμπληρώνει την τοποθέτησή του για τους «αγανακτισμένους» με τα ακόλουθα: «κανείς δεν μιλάει πιο παθιασμένα για τα δικαιώματά του από εκείνον που, στο βάθος της ψυχής του, αμφιβάλλει κάπως για αυτά». Αν κάνουμε τον κόπο να ατενίσουμε με ειλικρίνεια τα συνειδησιακά βάθη μας θα διαπιστώσουμε ότι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο έχουμε πειστεί πως έχουμε άδικο! Και όπως έχει εξελιχθεί η κατάσταση, το άδικο είναι το μόνο που μας απέμεινε. Ως αδρανείς και παραδομένοι είμαστε προδότες της ίδιας της φύσης, της ιδιοσυστασίας μας. Για να ξεφορτωθούμε το βάρος του μηδενός πρέπει να αρχίσουμε να κινούμαστε, να πράττουμε, να δρούμε. Ακόμα κι αν κάνουμε όλα τα λάθη του κόσμου. Καλύτερα να κάνεις τα λάθη που αγαπάς, που δονείται το είναι σου για αυτά, παρά να λες τα -κατά τους άλλους- αφόρητα πλην «σωστά», κάνοντας τίποτα. Πράξεις, λοιπόν! Ό,τι πιστεύουμε το υπηρετούμε μέχρι το τέλος!

Πέμπτη, Ιουλίου 18, 2013

Ιδέα για οικονομικά άνετους φαρσέρ

Τώρα με τη μείωση του ΦΠΑ αν είχα μπόλικα λεφτά θα είχα αντιγράψει φυλλάδιο σουβλατζίδικου (όπου πάνω του θα αναγράφονταν τα τηλέφωνα του Μαξίμου και του υπ. Οικονομικών). Εκεί θα ανέγραφα εξωφρενικά χαμηλές τιμές (μερίδα γύρος 2 ευρώ, ολόκληρο κοτόπουλο σούβλας 3 ευρώ κ.λπ). Θα μοίραζα χιλιάδες φυλλάδια σε όλο το κέντρο των Αθηνών και θα περίμενα τα αποτελέσματα.

Sad but true

Ας μην το κουράζουμε. Η αλήθεια για τα πολιτικά βρίσκεται σε ταμπέλα σ' ένα τελάρο ψάρια.

Τετάρτη, Ιουλίου 17, 2013

Η υστεροφημία των δίποδων βοδιών

Ο πίνακας του Ευγένιου Ντελακρουά «Ο Θάνατος του Σαρδανάπαλου».

«Ιδού το λάθος του Σαρδανάπαλου, του πάμπλουτου βασιλιά της Ασσυρίας, ο οποίος ζήτησε να σκαλίσουν στον τάφο του το εξής επιτύμβιο:
'Πήρα μαζί μου ό,τι έφαγα και γλέντησα κι ό,τι με χόρτασε ηδονή.
Όλα τα άλλα μου πλούτη τα 'χω αφήσει πίσω μου'.
'Αυτό', είπε ο Αριστοτέλης, 'θα περίμενες να το γράψει στον τάφο του ένα βόδι, κι όχι ένας βασιλιάς'».
Κικέρων, «Ο Δρόμος προς την Ευτυχία», εκδόσεις Ωκεανίδα, σελ. 92.

Όπως έχει ειπωθεί και στο παρελθόν «ο Κικέρων (106-43 π.Χ.) ήταν ο πρώτος συστηματικός ξεναγός του άγριου Λάτιου στους κήπους της αρμονίας που φρόντιζαν οι Έλληνες φιλόσοφοι. Σκαρφάλωσε στους ώμους τους για να δει το βαθύτερο νόημα, που απ’ όλους διαφεύγει. Σκεπτόμενους και μη». Αναμφίβολα ήταν ένας φιλόσοφος, παρόλο που δεν κατόρθωσε να φτάσει σε αίγλη τους εμπνευστές του έργου του. Εκείνος δεν δίστασε να κριτικάρει -άλλες φορές ακριβοδίκαια κι άλλες με φθόνο- τους Έλληνες φιλοσόφους, προσπαθώντας να διαμορφώσει με σαφήνεια ένα δικό του σύστημα θέασης του κόσμου, του Ανθρώπου και της Αρετής. Αγαπούσε με πάθος, συνέπεια και το δέον σέβας την σοφία και όλοι του οι στοχασμοί ήταν θυμιάματα στην χάρη της. Στο μεσοκαλόκαιρο του 45 π.Χ. άρχισε να γράφει τις περίφημες «Τουσκουλανές Διατριβές» του, απόσπασμα από τις οποίες παρατέθηκε προηγουμένως. Αυτές οι διατριβές γεννήθηκαν μέσα σ' έναν ωκεανό πόνου, όπου τον βύθισε η απώλεια της Τυλλίας, της αγαπημένης κόρης του. Το όνομα της κόρης του δεν αναφέρεται ούτε μία φορά σ' αυτό το σπουδαίο έργο αλλά είναι προφανές ότι το έγραψε για εκείνην με παραλήπτη τον ίδιο τον εαυτό του! Η μεγάλη αγωνία του Κικέρωνα ήταν να αποδείξει ότι ο ενάρετος άνθρωπος πρέπει και μπορεί να είναι ευτυχισμένος, αντλώντας όλα όσα χρειάζεται η αίσθηση της ευδαιμονία του από την ίδια την Αρετή του.

Σαρδανάπαλος

Η χρήση του παραδείγματος του Σαρδανάπαλου ήταν εύλογη από την πλευρά του φιλοσόφου. Τότε που γράφτηκαν οι «Τουσκουλανές Διατριβές», ο συγκεκριμένος βασιλιάς της Ασσυρίας είχε κατοχυρώσει μια απαρασάλευτη απέχθεια που έδειχναν οι ιστορικοί, οι φιλόσοφοι και οι στοχαστές προς το πρόσωπό του. Ήταν μανιακός με την ύλη και τις απολαύσεις και φρόντισε να το διαλαλεί ακόμα και στους διαβάτες που αντίκριζαν τον τάφο του.
Όμως, σήμερα, στα μάτια του «σύγχρονου», «εκκοσμικευμένου» και «φιλελεύθερου» ανθρώπου, ο Σαρδανάπαλος θα φάνταζε απλά ειλικρινής – έως αφελής. Στην εποχή μας, στις κηδείες και στα μαυσωλεία των απανταχού Σαρδανάπαλων, συνωστίζονται οι κάμερες, οι «φιλόσοφοι» που έχουν ενσωματωθεί στις αυλές του πλούτου, οι λοιποί βασιλείς και οι «θεματοφύλακες» της «αρετής». Κανείς δεν θα τολμήσει να μιλήσει εναντίον του (κατά Αριστοτέλη) δίποδου βοδιού, που αποβίωσε χωρίς να έχει το θάρρος και το θράσος του Σαρδανάπαλου να διατάξει να γράψουν την αλήθεια για εκείνον στην ταφόπλακά του.

Νικηφόρο φως

Κι όμως, παρά τη λεκτική ομοβροντία της κατεστημένης «ενημέρωσης», της εξωνημένης «διανόησης», της κατά παραγγελίαν «ιστοριογραφίας», η Ιστορία λειτουργεί με τη σωρό του δίποδου βοδιού, όπως η έρημος με τα κουφάρια των κανονικών βοδιών. Ξεγυμνώνει τον σκελετό της προσωπικότητας από τις περιττές σάρκες. Απομένει, σαν κατάλευκο οστό, μόνο η αλήθεια. Δηλαδή, το πάθος για απολαύσεις, ισχύ και ηδονές που κατέλαβε το χώρο της ψυχής τους. Ένα ασυγκράτητο θυμικό, μια απέραντη γαστέρα κι ένα κυρίαρχο υπογάστριο που παρέλαβαν άνθρωπο και απέδωσαν στην κοινωνία ένα τέρας, ένα κτήνος.
Περί κτηνών πρόκειται και όχι ανθρώπων. Σε όποια εποχή κι αν αναφερόμαστε, σε όποια συγκυρία κι αν βρεθούν αυτοί οι τύποι. Όσοι βλέπουν, ακούν, νιώθουν τριγύρω τους τόσο απίστευτο πόνο, όσον υπάρχει στην Ελλάδα και εκείνοι προσπαθούν να ποντάρουν πάνω του για να στοιβάξουν κι άλλη ύλη πάνω στην ύλη, είναι δίποδα κτήνη – ανώφελα για την κοινωνία και το περιβάλλον τους. Είναι πρόσωπα εξόχως προβληματικά, τα οποία δεν δύνανται να συγκεντρώσουν ποτέ κάποιο ποσό που θα... εξαγοράζει την ευτυχία. Όσο και να τα καταφέρουν στο χρυσό, πάντα θα τους λείπει το πολυτιμότερο μέταλλο όλων: η Αγάπη. Κι όποιος δεν έχει αρκετό από αυτό το θησαυρό στη ζωή του πάντα θα πεινά. Κι όσο καλπάζει η μάστιγα της άγνοιας μέσα του τόσο θα νομίζει ότι η γιατρειά για τον πόνο είναι ακόμα περισσότερος πλούτος...

Κυριακή, Ιουλίου 14, 2013

Επαναξιολόγηση όλων των αξιών


Ο Φρίντριχ Νίτσε που κοσμεί την φωτογραφία μαζί με την παρολίγον σύζυγό του Σαλώμη και τον φίλο του Πολ Ρέε κλείνει τον Αντίχριστο με την μνημειώδη φράση "Εμπρός λοιπόν, επαναξιολόγηση όλων των αξιών". Επίκαιρη όσο ποτέ. Ο καιρός της σήψης και της παράδοσης κλείνει πάντοτε με ένα θεαματικό γιορτάσι καθαρτήριου πυρός. Δεν είναι τυχαίο που ο "γερμανός Ηράκλειτος" υπέγραφε τις περισσότερες από τις έσχατες επιστολές του ως "Διόνυσος". Πολλοί θα ανέμεναν να επιλέξει τον νουνεχή Φοίβο ως τελευταίο του Άβαταρ. Τον θεό της σκέψης, της Τέχνης, του "υπερεγώ" για τους λάτρεις της ψυχανάλυσης, τον θεό της προσήλωσης στους ηθικούς νόμους και κανόνες. Κι όμως, η μανιακή αθωότητα του Διονύσου ήταν εκείνη που ανάβλυζε μέσα από τις σπαραγμένες σάρκες του φιλόσοφου που πλησιάζοντας στο τέλος του ανοίχτηκε διάπλατα η άβυσσος για να την καμαρώσει.
Διόνυσος πότης, πλάνητας, κατακερματισμένος κι εύθυμος. Είναι αναμφίβολα η εποχή του Διονύσου που επιτάσσει την διάλυση των χάρτινων αλυσίδων μας με την απλότητα και την αδιαφορία του μικρού παιδιού.
Ο Διόνυσος φωνάζει από μακριά πως η εποχή της δωρεάς επερατώθη. Τα επίπεδα της ανοχής-συνενοχής έχουν μηδενίσει και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να αποδεχθούμε το θλιβερό τους φινάλε.
Ο Διόνυσος ο διασκεδαστής κομματιάστηκε για όλους. Όχι για λίγους, επιτήδειους λάθρα βιώνοντες. Δεν είναι εποχή για τέτοιους. Όχι τώρα. Κάποτε ήταν, όχι τώρα.
Ο Νίτσε, ίσως πρόωρα, καταπιάστηκε με τον Übermensch, τον Υπεράνθρωπο ή Μετάνθρωπο. Δυστυχώς, αν ζούσε σήμερα θα περιόριζε τις αναλύσεις του σε κάτι πιο αναγκαίο. Στον Άνθρωπο, όπως εκείνος νοείται σε αντιδιαστολή με τον Υπάνθρωπο. Για να φτάσουμε αγαπητέ Ζαρατούστρα στον Υπεράνθρωπο ή Μετάνθρωπο, πρέπει να περάσουμε οπωσδήποτε από το στάδιο του Ανθρώπου.
Σήμερα πρωταγωνιστής των οδυνηρών μας ημερών ο νικηφόρος Υπάνθρωπος. Ο υπομονετικός σκώληξ που σούρνεται και σούρνεται και κρύβεται ευχόμενος ποτέ να μην γίνει το συναπάντημά του με την... σόλα του ανθρώπου ή ένα αμέριμνο σκωληκοβόρο πτηνό. Ο Υπάνθρωπος είναι το πρόβλημά μας σήμερα κι ο Άνθρωπος η λύση του.
Όσοι αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους στις λέξεις Άνθρωπος ή Υπάνθρωπος κάποιο δίκιο θα έχουν. Εκείνοι γνωρίζουν καλύτερα.

Σάββατο, Ιουλίου 13, 2013

Παρασκευή, Ιουλίου 12, 2013

Quiz: που, πότε και πόσο δούλεψε ο Χρήστος Παπουτσής;


Πώς ξεκινάει το επίσημο βιογραφικό του Χρήστου Παπουτσή; Αντιγράφουμε από το ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ. (δώστε σημασία στο πόσο έχει εργαστεί: "Παράλληλα με τις σπουδές του, εργαζόταν σε ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία"). Εδώ τέλεψε με την εξαρτημένη εργασία ο Χρηστάρας και άρχισε σταδιοδρομία στην πασοκάρα.

ΛΟΙΠΟΝ, ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΛΕΜΕ 
CV ΧΡΗΣΤΟΥ ΠΑΠΟΥΤΣΗ

Γεννήθηκε στη Λάρισα το 1953 και σπούδασε στην Οικονομική Σχολή του
Πανεπιστημίου Αθήνας.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας συμμετείχε στο φοιτητικό κίνημα και
ανέπτυξε αντιστασιακή δράση. Παράλληλα με τις σπουδές του, εργαζόταν σε
ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία.

Το 1974, έγινε μέλος του ΠΑΣΟΚ και το 1976 μέλος της Επιτροπής Νεολαίας του
κινήματος και μέλος του Κεντρικού Συμβούλιου της ΕΦΕΕ έως το 1978. και μπλα μπλα μπλα...

Πέμπτη, Ιουλίου 11, 2013

ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΣΟΥ


(διήγημα του Κωνσταντίνου Ιωαννίδη, το οποίο περιλαμβάνεται στο βιβλίο "8 Σημάδια Ανάμεσα στο Φως και το Σκοτάδι")


“Γειά σου. Θα σε δω στον ύπνο σου.”

Η κοπέλα χαμογέλασε και επιτάχυνε το βήμα της. Ο Βαγγέλης έμεινε να την κοιτάζει, μέχρι που χάθηκε από τα μάτια του.

Οι ρόδες από το καροτσάκι στρίγγλισαν.

“Άσε μάνα, θα το πάω εγώ”.

“Είναι ανηφόρα παιδί μου”.

“Μπορώ μάνα, σου είπα. Μπορώ”.

Ο Βαγγέλης άρχισε με κοφτές κινήσεις να γυρνά τις ρόδες του καροτσιού. Μετά σταμάτησε. Έβαλε τα γέλια.

“Τι έγινε; Είπα τίποτε αστείο; Έκανα τίποτα;”

“Όχι ρε μάνα. Θυμήθηκα το ανέκδοτο με το Μεξικανάκι που πλησίασε τον τύπο που έκανε push-ups  στην παραλία και του είπε «Senior, you can stop now…la siniorita is gonne» … Εντάξει, η κοπέλα έφυγε. Αλλά σκέψου να γυρίσει επειδή της γυάλισα και να δει την μάνα μου να σπρώχνει το καρότσι μου … κοτζάμ γαϊδούρι και να μου σπρώχνουν το καρότσι”.

Ο Βαγγέλης συνέχισε το γέλιο, ενώ έσπρωχνε το καρότσι του στην ανηφόρα. Η μάνα του ακολουθούσε, φτιάχνοντας το γιακά του που πέταγε. Έτσι είναι…να γυρίσει το κορίτσι και να τον δεί απεριποίητο, δεν κάνει.

“Τι της έλεγες, δεν κατάλαβα. Κάτι για ύπνο και όνειρα”.

“Αυτά είναι μυστικά. Να μη σε νοιάζει εσένα”.

“Την ξέρεις την κοπέλα αυτή; Την έχεις ξαναδεί; Μου φάνηκε ότι και αυτή έδειξη σα να σε ξέρει”.

Ο αέρας πήρε τα τελευταία λόγια.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Πέρασαν τη μέρα στην έρημα παραλία. Μιά απ΄αυτές τις ατέλειωτες μέρες, γεμάτη έρωτα πάνω στην άμμο.

Δεν ήθελαν να γυρίσουν στο ξενοδοχείο, σα να μην ήθελαν να παραδεχτούν ότι ο μήνας του μέλιτος έφτανε στο τέλος του και αύριο θα έπρεπε να γυρίσουν στην Αθήνα.

“Θα σε δω στον ύπνο σου” είπε ο Βαγγέλης.

Η Σουζάνα ανασηκώθηκε και κάτι σκέφτηκε. “Κοίτα, από δω και πέρα θα με βλέπεις κάθε μέρα στον δικό σου ύπνο, για την υπόλοιπη ζωή σου” και του έδειξε την ολοκαίνουργια βέρα στο δεξί της χέρι. “Αλήθεια, τι ήταν αυτό που είπες; Θα με δεις στον ύπνο μου; Πως σου ήρθε;”

“Α, δεν ξέρω. Έτσι”.

Η Σουζάνα σκέφτηκε ότι ο Βαγγέλης δεν είχε ξεπεράσει ακόμα το ατύχημα. Έζησε όμως και οι φόβοι των γιατρών ότι θα πέρναγε την ζωή του πάνω σε αναπηρικό καροτσάκι δεν επαληθεύτηκαν. Μερικά κενά μνήμης και κάποιες στιγμές αφηρημάδας, σα να ήταν αλλού, αυτό ήταν όλο.

Πριν κοιμηθούν έφτιαξαν τις βαλίτσες τους. Την άλλη μέρα το πρωί θα έφευγαν πρωί-πρωί από το ξενοδοχείο.

“Ρε Βαγγέλη, γαμώτο, σε ξέρω τόσα χρόνια αλλά μετά το ατύχημα έρχονται στιγμές που δεν είσαι αυτός που ξέρω. Σα να είσαι κάποιος άλλος, που σου μοιάζει, αλλά δεν είσαι εσύ. Κάτι τέτοιες ώρες, αν σε έβλεπα στον δρόμο, στ΄ορκίζομαι, μπορεί και να μη σε αναγνώριζα. Θα σε κοίταζα σα να ήμασταν  παλιοί γνωστοί, αλλά σα να μην μπορώ να θυμηθώ από που”.

“Θα σε δω στον ύπνο σου” μουρμούρισε ο Βαγγέλης και βυθίστηκε.

“Άντε πάλι, αρχίσαμε τα δύσκολα. Εδώ είμαι καλέ μου, μπορείς να με δεις και εδώ, δε χρειάζεται να κοιμηθώ” είπε η Σουζάνα και τον κούνησε. Ο Βαγγέλης είχε ήδη κοιμηθεί.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Έρχονται στιγμές που η πίκρα ξεχυλίζει. Το πρωινό ξύπνημα είναι μιά από αυτές. Όταν αρχίζει ο Βαγγέλης να νοιώθει μουδιασμένα τα πόδια του και ανοίγοντας τα μάτια του το πρώτο πράγμα που βλέπει μπροστά του είναι το αναπηρικό καροτσάκι.

Κι όλα αυτά, έγιναν σε μιά μόνο στιγμή. Τόσο ξαφνικά, τόσο απροειδοποίητα. Ο γιατρός ήταν απόλυτος : δεν υπήρχαν ελπίδες να ξαναπερπατήσει.

“Να το κάνω, θα μπορώ γιατρέ;” βρήκε το κουράγιο να ρωτήσει ο Βαγγέλης. “Θα θέλεις;”. Απάντηση και αυτή. “Δεν ξέρω, δεν μπορώ να πω τίποτα ….. θα δούμε”.

Άλλο ένα μαρτυρικό ξύπνημα. Επιβεβαιωτικό της κατάστασης, της αναπηρίας. Το ίδιο μούδιασμα, το ίδιο καροτσάκι μπροστά στο κρεββάτι.

“Μάνα” είπε ο Βαγγέλης με σβυσμένη φωνή.

Η μητέρα του πρόβαλε στην πόρτα. Σα να ήξερε ότι ο γιός της θα την φώναζε, ήταν έξω από την πόρτα του και περίμενε την φωνή του. Καθημερινό σκηνικό μετά το ατύχημα.

“Έβλεπα χθες το βράδυ στον ύπνο μου παραλίες. Δεν θυμάμαι ακριβώς για ποιόν λόγο είχαμε πάει εκεί, αλλά ήταν πολύ ωραία”.

“Είχατε πάει, είπες. Ποιός ήταν μαζί σου;”

“Αυτή, ρε μάνα. Αυτή”.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Άλλη μιά μέρα στο καροτσάκι. Άλλη μιά μέρα που ο πόνος γίνεται ο μόνος φίλος και βουβός κάθεται απέναντι από το αναπηρικό καροτσάκι του Βαγγέλη για συντροφιά.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ο Βαγγέλης ξύπνησε ιδρωμένος. Δεν άνοιξε τα μάτια του, ήξερε τι θα έβλεπε.

Παραξενεύτηκε γιατί δεν αισθάνθηκε το μούδιασμα στα πόδια. Ένα γλυκό άρωμα ήρθε στη μύτη του. Γυναίκα, αυτό ήταν. Πήρε κουράγιο και άνοιξε τα μάτια του.

“Καλημέρα αγάπη μου. Γιατί δεν ανοίγεις τα μάτια σου τόση ώρα, αφού έχεις ξυπνήσει”.

“Εσύ εδώ, μαζί μου;”

“Τι είναι αυτά που λες, βρε πυροβολημένε; Ποιά ήθελες να είναι;”
“Καλά δεν σε πειράζει που ….”

“…. Που είσαι αφηρημένος μερικές φορές, που συμπεριφέρεσαι σα να μην ξέρεις ποιά είμαι μετά από 10 χρόνια, όχι, δεν με πειράζει. Σε έχω συνηθίσει και σε αγαπάω”.

Ο Βαγγέλης ανασηκώθηκε και την κοίταξε με απορία. Κοίταξε τριγύρω του. Το καροτσάκι του δεν ήταν πουθενά. “Μου το έκρυψε”, σκέφτηκε.

Έκανε το συνηθισμένο τεστ επιβεβαίωσης της αναπηρίας του. Κουνάμε τα πόδια μας, αλλά αυτά μένουν ακίνητα. Όχι όμως εκείνη τη μέρα. Είδε με έκπληξη κάτι να κουνιέται κάτω από το σεντόνι του. Ήταν τα πόδια του, που χόρευαν σε έναν ξέφρενο ρυθμό, που γινόταν όλο και πιό έντονος.

“Είσαι παιδί” του είπε η όμορφη γυναίκα που ήταν ξαπλωμένη δίπλα του.

Γύρισε και την κοίταξε. Την ήξερε καλά. Ήταν η κοπέλα που περνούσε μπροστά από το καροτσάκι του και όταν αυτός της μιλούσε, του χαμογελούσε και έφευγε..

Είχε εντελώς αποροφηθεί στην προσπάθειά του να καταλάβει πως είχε βρεθεί αυτή η κοπέλα στο κρεββάτι του. Του χαμογελούσε και του έδειχνε ένα δαχτυλίδι στο δεξί της χέρι. Ήταν βέρα. Σα να διάβασε την απορία στο βλέμμα του και του έγνεψε “κοίτα και το δικό σου χέρι”.

Φορούσε και αυτός βέρα.

Εκείνη την στιγμή διαπίστωσε ότι περπατούσε χωρίς πρόβλημα. Τα πόδια του ήταν γερά, όλο του το σώμα ήταν εντάξει. Ο ήχος του κουδουνιού της πόρτας τον βρήκε να κοιτάζεται με φιλαρέσκεια.

“Θάναι η μάνα σου. Άνοιξέ της”.

Η μητέρα του τον κοίταξε εξεταστικά μπαίνοντας. “Γειά σου Βαγγέλη. Είσαστε καλά, παιδί μου;”

“Μάνα, έγινε κάτι παράξενο. Δεν ξέρω πως να στο εξηγήσω”.

“Γιατί να το εξηγήσεις σε μένα; Στη Σουζάνα μίλα. Τον δικό της ύπνο χρησιμοποίησες, όχι τον δικό μου. Αγόρι μου, είσαι καλά. Αυτό μετράει. Απλώς έζησες για ένα διάστημα και στην άλλη πλευρά. Έμεινες μετέωρος ανάμεσα στις δύο και τελικά ήρθες εδώ, μαζί μας. Πρέπει να Του πεις ένα μεγάλο “Ευχαριστώ”. Και να ξέρεις, σε κάποιο σημείο της γής υπάρχει το άλλο αγόρι πάνω στο καροτσάκι”.

“Πού τα ξέρεις αυτά, μάνα; Πως τα ξέρεις;”

“Οι μανάδες τα ξέρουν όλα. Τις αγαπάει ο Θεός…. Πως είναι η Σουζάννα;”

Δευτέρα, Ιουλίου 08, 2013

Γιατί μας χτύπησε βαριά κατάρα


 «Ο Αχιλλεύς θρηνεί τον Πάτροκλο». Έργο του Gavin Hamilton (1723 – 1798).

Ο νεκρός Πάτροκλος εμφανίζεται σε όνειρο στον Αχιλλέα και του ζητάει ταφή:
«Θάπτε με όττι τάχιστα, πύλας Αίδαο περήσω• τήλέ με είργουσι ψυχαί είδωλα καμόντων, ουδέ με πω μίσγεσθαι υπέρ ποταμοίο εώσιν, αλλ’ αύτως αλάλημαι αν’ ευρυπυλές Άϊδος δω».
«Θάψε με όσο πιο γρήγορα μπορείς, για να περάσω τις πύλες του Άδη. Μακριά με κρατούν οι ψυχές, οι ίσκιοι των νεκρών. Ακόμα δεν με αφήνουν να περάσω το ποτάμι και να ενωθώ μαζί τους. Μόνο έτσι τριγυρνώ πάνω-κάτω μπροστά στο παλάτι του Άδη με τις πλατιές τις πύλες».
Ομήρου Ιλιάδα, Ραψωδία Ψ, στ. 71-74.

Διανύουμε τον μήνα Ιούλιο. Σε ένα χρόνο θα συμπληρωθούν 40 χρόνια από το άγος της προδοσίας της Κύπρου. Θα σαραντίσει η εισβολή των Τούρκων στο ελληνικό νησί και η κατοχή περίπου του ημίσεως του εδάφους του. Δεκαετίες ολόκληρες, το αίμα των αδελφών μας αδικαίωτο. Οι ένοχοι χαμογελαστοί, ανταλλάσσουν χειραψίες με εκλεγμένους ή μη ομολόγους τους. Χιλιάδες ημέρες, τα οστά των Ελλήνων τα ιερά, βρίσκονται στα αζήτητα. Ούτε μια ταφή δεν προνόησε η πατρίδα για πολλούς από τους «αγνοούμενους». Δεν είναι υψηλά στις προτεραιότητες το ιερό καθήκον. Για καμία κυβέρνηση. Προέχουν άλλα... Πρακτικά ζητήματα. Να εκλεγούμε. Να κλέψουμε. Να δανειστούμε. Ταυτόσημη η κρατική διάθεση ιεροσυλίας και στην περίπτωση των πεσόντων στα βουνά της Βορείου Ηπείρου. Το «ΟΧΙ» το γιορτάζουμε. Δεν το τιμούμε φυσικά. Από καιρού εις καιρόν αναλαμβάνει νέος υπουργός Άμυνας και εκτοξεύει παρόλες για τους άταφους νεκρούς του ελληνοϊταλικού πολέμου, ο οποίος έγινε το 1940-41. Τώρα έχουμε 2013. Η ελληνική κοινωνία ανέχεται να βρίσκονται τα κόκκαλα των παππούδων της στα σκυλιά, στις χαράδρες, σπαρμένα στους αγρούς επί 72 χρόνια! Αγνοούμενοι υπάρχουν ακόμα και από το 1922. Η φιλοτιμία των μαχητών μας έχει αποδείξει την ύπαρξή της. Τεκμήρια είναι τα απομεινάρια των προγόνων μας που ξασπρίζουν στον ήλιο σε τόπους μακρινούς.

Αρχαίο έθος

Το ζήτημα είναι εμείς τι κάνουμε. Μας αρέσει να εισπράττουμε το χρυσίον των ξένων επιδεικνύοντάς τους τα μαρμάρινα υπολείμματα ενός αδαμάντινου τρόπου  ζωής. Μια αιωνιότητα θα τα επιδεικνύουμε διότι δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε το παράδειγμά τους και να αφήσουμε εμείς κάποια κτήματα ες αεί. Στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχε μεγαλύτερη συλλογική ντροπή και ύβρις προς τους θεούς να αφήσει μια πόλη άταφους τους νεκρούς της. Οι Αθηναίοι στον Μαραθώνα έθαψαν τα πτώματα των Μήδων μόνοι τους επειδή ο Δάτις και ο Αρταφέρνης άφησαν πίσω τους νεκρούς συμπολεμιστές τους. Οι «Ικέτιδες» του Ευρυπίδου είναι μια σπουδαία τραγωδία, που εξιστορεί τον πόνο των μανάδων των «Επτά επί Θήβας», οι οποίες ήθελαν να ικετεύσουν τους Αθηναίους να πείσουν τους Θηβαίους να ταφούν τα παιδιά τους, που έπεσαν στην πολιορκία της Θήβας. Οι Θηβαίοι αρνούνταν το αυτονόητο και υπέστησαν πολλά εξαιτίας αυτού.
Η «Αντιγόνη» του Σοφοκλέους, για τον ίδιο λόγο, περιφρονεί τον γραπτό νόμο της πόλεως. Το γραπτό δίκαιο στην τραγωδία εκφράζεται από τον Κρέοντα, που διέταξε να μείνει άταφος ο Πολυνείκης, ο αδελφός της Αντιγόνης, που αποπειράθηκε να καταλάβει με τη βία την εξουσία στη Θήβα. Η Αντιγόνη υπακούει στο θείο, πανελλήνιο νόμο του σεβασμού προς τους νεκρούς. Θυσιάζει τη ζωή της για να μην συνεχιστεί η φρικτή αμαρτία. Στην ηθική των Ελλήνων της αρχαιότητας φάνταζε αδιανόητο να αδιαφορήσει μια πόλη για τους νεκρούς της. Προτιμούσαν να ηττηθούν σε πόλεμο -με ό,τι συνεπάγεται το τελευταίο- παρά να προκαλέσουν έτσι την μήνιν των θεών. Στις «Ικέτιδες» (στ. 526) αυτή η αντίληψη χαρακτηρίζεται ως «Πανελλήνων Νόμος».

Χρόνος

Κι εδώ, οι αρλεκίνοι που πιθηκίζουν «πατριωτικές» λεξιπλασίες στις επετείους, υπερψηφίζονται από πολίτες (στον τύπο, αλλά υπηκόους στην ουσία), οι οποίοι καλά γνωρίζουν τα ανοσιουργήματα που διαπράττονται κάθε ημέρα. Κι όλοι μαζί, με ένα στόμα, μηρυκάζουν γκρίνιες και οιμωγές για τη συμφορά που μας έχει χτυπήσει. Με τόσα και τέτοια ανομήματα, πάλι καλά που δεν έχουμε βιώσει τη μοίρα των Ατλάντων. Να καταποντιστούμε μαζί με τα τσιμεντένια τα κουτιά που τα λένε σπίτια, τα τσίγκινα δοχεία που λένε αυτοκίνητα και τις γυάλινες οθόνες όπου ακούμε ελληνίδα φωνή να κοάζει βάρβαρα προστάγματα. Πολυτέλεια φαντάζει το εθνικώς επιβεβλημένο. Θα πάψει να δείχνει έτσι όταν οι δείκτες του χρόνου φτάσουν στο σημείο του επανελληνισμού. Μπορεί να μην γίνει στις μέρες μας αλλά μικρό το κακό – αν ζούμε κάθε μας στιγμή για να το προκαλέσουμε.

Πέμπτη, Ιουλίου 04, 2013

Πώς ζητάμε άδεια

Πιστή αντιγραφή από τα πρακτικά της συνεδρίασης της Βουλής:
«Αθήνα, σήμερα στις 2 Ιουλίου 2013, ημέρα Τρίτη και ώρα 18.05, συνήλθε στην Αίθουσα των συνεδριάσεων του Βουλευτηρίου η Βουλή σε Ολομέλεια για να συνεδριάσει υπό την προεδρία του β’ αντιπροέδρου αυτής κ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΛΑΝΤΖΗ.
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Γεώργιος Καλαντζής): Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αρχίζει η συνεδρίαση. Ο πρώην πρωθυπουργός κ. Γεώργιος Παπανδρέου ζητεί άδεια ολιγοήμερης απουσίας στο εξωτερικό. Η Βουλή εγκρίνει;
ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ: Μάλιστα, μάλιστα».
Ετσι γίνονται οι παστρικές δουλειές. Επιλέγεις τον κατάλληλο γονέα με το αρμόζον επίθετο. Γεννιέσαι. Στη συνέχεια σπουδάζεις στην αλλοδαπή και κάνεις τα δέοντα κονέ. Επιστρέφεις στην πατρίδα. Προσπαθείς να μάθεις τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα των ιθαγενών. Αν ζοριστείς και δεν την παλεύεις με τους ιδιωματισμούς και τις ιδιαιτερότητες των υποψήφιων ψηφοφόρων σου, τους τρελαίνεις στα σαρδάμ. Οποιος σε κατηγορεί επί ασχετοσύνη, στοχοποιείται από τα καλά αμειβόμενα επικοινωνιακά «εργαλεία» σου: εθνικιστής, αναχρονιστής, σκοταδιστής. Είθισται το κόλπο να πιάνει. Στη συνέχεια ξεφουρνίζεις ένα μεγαλοπρεπές «λεφτά υπάρχουν» και οι αρειμάνιοι σοσιαλμανείς σε ψηφίζουν. Γίνεσαι πρωθυπουργός και τους στέλνεις όλους στον... κουβά!

«Ναι» σε όλα

Επειδή οι νεφελώδεις απόψεις και οι ανεκδιήγητες αποφάσεις σου μεταμορφώνουν την πατρίδα-λάφυρο σε Τιτανικό, αρχίζεις σιγά σιγά να την κάνεις με ελαφρά πηδηματάκια. Λες ότι ουδέποτε είχες «κόλλημα» με την εξουσία. Παραδίδεις το δαχτυλίδι σε υπηρεσιακό πρωθυπουργό. Τεχνοκράτη. Καλό θα είναι να φαίνεται σαν ρομπότ και να μιλάει τόσο συναρπαστικά όσο ένας αποχυμωτής. Η κατάσταση είναι βέβαιον ότι θα επιδεινωθεί, αλλά εσύ πρόλαβες κι έφυγες νωρίς. Καλού κακού κατεβαίνεις στις εκλογές σε περιφέρεια που δίνει στα σίγουρα έδρα στο κόμμα σου. Δεν χρειάζεσαι σταυροδοσία, επειδή κάποτε εχρίσθης πρωθυπουργός. Η δημοκρατία μας είναι ειδικής κοπής. Οι κεχρισμένοι πρωθυπουργοί τσεπώνουν όλους τους σταυρούς του κόμματος, αριστίνδην! Τα γάλατα θα σφίξουν κι άλλο. Δεν πρέπει να πολυφαίνεσαι, διότι η όψη σου θα ερεθίζει τους πεινασμένους. Οι πεινασμένοι και οι απελπισμένοι έχουν την κακή συνήθεια να είναι ευέξαπτοι. Ζητάς άδειες από τη Βουλή - ώσπου ο ήλιος να βγάλει κέρατα. Η Βουλή πάντα θα σου λέει «ναι». Κανείς δεν ξέρει το γιατί, αλλά πάντα ψηφίζουν «ναι» στις αιτήσεις αδείας απουσίας στο εξωτερικό. Θα συνεχίσεις να πληρώνεσαι, να διαθέτεις βουλευτική ασυλία και να διακοπεύεις...