Επίδαυρος, Αύγουστος 2001. Σκηνή από την «Εκάβη» του ΚΘΒΕ
Εκάβη: «Ω αστροφεγγιά τα’ ουρανού και νύχτα σκοτεινή, γιατί μέσα στο νυχτοσκόταδο τόσο με τρομάζουνε φόβοι και φαντάσματα; Ω σεβάσμια Γη, μάνα των μελανόφτερων ονείρων, μακρυά από μένα το νυχτερινό το όραμα, που φοβερό για τον γιο μου, που ζη στην Θράκη, και για την ακριβοθυγατέρα μου την Πολυξένη είδα μέσα στα όνειρά μου. Ω θεοί του Κάτω Κόσμου, γλυτώστε το παιδί μου, που αυτό πια μονάχο στήριγμα του σπιτιού μου κατοικεί στη χιονισμένη Θράκη και το φυλάει φίλος του πατέρα του. Κάτι κακό θα γίνη! Πικρά θα θρηνήσουμε οι πικραμένες! Για πρώτη φορά λαχταράει τόσο αδιάκοπα και φοβάται η καρδιά μου».
Ευριπίδου «Εκάβη», Άπαντα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, στ. 68-82, εκδόσεις Πάπυρος, σελ. 19
Η εξέλιξη του ονειρόκοσμου στο αθηναϊκό δράμα θυμίζει την διαδικασία καθόδου αεροσκάφους προς τον διάδρομο προσγείωσης. Όσο τα όνειρα των πρωταγωνιστών των τραγωδιών ταξιδεύουν μπροστά στον χρόνο χάνει σε ύψος η σχέση τους με τη θεία ουσία. Όσο οι βιωμένες εμπειρίες του ύπνου απομακρύνονται από το εκτυφλωτικό φως του απόηχου των Μηδικών πολέμων, πλησιάζουν γρήγορα την χθόνα. Η ιερή μάχη υπέρ βωμών και εστιών εναντίον του κοινού εχθρού με τις ανελεύθερες αντιλήψεις ξεχνιέται και πλησιάζει η εμφύλια, άδοξη ανθρωποσφαγή του πελοποννησιακού πολέμου. Στον Αισχύλο («Αγαμέμνων», στ. 176-183) το όνειρο είναι εξεταστέα ύλη από τα μαθήματα που μας παραδίδουν οι θεοί. Στον Σοφοκλή («Ηλέκτρα», στ. 417-430) το όνειρο αποτελεί ανακοίνωση της ετυμηγορίας των θεών για την υπόθεση της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου που αφαίρεσαν την ζωή του νόμιμου ηγεμόνα. Περί Δίκης και Νεμέσεως πρόκειται αλλά οι θνητοί δεν μπορούν να
