«Κύκλωψ, τῆ, πίε οἶνον, ἐπεὶ φάγες ἀνδρόμεα κρέα, ὄφρ᾽ ἰδῇς, οἷόν τι ποτὸν τόδε νηῦς ἐκεκεύθει ἡμετέρη».
«Οἶνο πιὲς, Κύκλωπα ἀφοῦ ἀνθρώπου κρέας ἔφαγες, νὰ μάθης τὶ καλὸ ποτὸ στὴ νήα φυλαγόταν».
*Ὀμήρου Ὀδύσσεια, Ι, 347-348
Ἀρλεκῖνοι ντυμένοι μὲ πούπουλα, ἀξιοθρήνητες ὑπάρξεις, ποὺ σιούνται καὶ λυγιοῦνται σὰν μαοῦνες σὲ φουρτουνιασμένο λιμάνι, παρουσιάζονται σὰν τὴν τελευταία λέξη τῆς προόδου, τῆς Τέχνης, τῆς λογικῆς, τῆς κοινωνικῆς ἅμα τε καὶ πολιτικῆς παρέμβασης. Ἀπὸ κάτω οἱ μᾶζες ἀλαλάζουν ἐνθουσιασμένες γιὰ τὴν κατάντια τους. Διαταραγμένοι ντελάληδες τῆς ἠθικῆς πανώλης, ἀφιονισμένοι ἀπὸ τὸν «θρίαμβὸ» τους, μὲ βλέμμα γυάλινο κι ἐκστατικό, ρητορεύουν γιὰ τὸ δέον, τὸ πρέπον, τὸ σωστό. Κι ἡ φωνὴ τούς, ἀφόρητα στριγκή. Ὁ ἦχος της σὰν ἀπὸ ξεκούρδιστο βιολὶ στὰ χέρια ἄμουσου μεθυσμένου. Ἀπατεῶνες ἐπικαλοῦνται τὸ δίκαιο. Προδότες μιλοῦν γιὰ τὴν πατρίδα. Οἱ ὀκνηροὶ ἀναλύουν τὰ περὶ ἐργατικότητας κι οἱ δαιμονολάτρες τὰ περὶ εὐσέβειας, ἐγκράτειας κι ἁγιότητας.
Παραζαλισμένη κοινωνία. Σὰν νὰ ἔχει ξεμείνει ἀπὸ καύσιμα καταμεσῆς τοῦ ὠκεανοῦ κι ἡ πυξίδα «τρελάθηκε». Μαγνητίστηκε ἀπὸ κάτι ἀπροσδιόριστο καὶ κινεῖται γρήγορα, ἄτακτα, ἄσκοπα. Μία Ὀδύσσεια χωρὶς προορισμὸ καὶ χωρὶς Ὅμηρο.
Ἴσως νὰ βοηθοῦσε τὸν ἀγῶνα τοῦ ἐντοπισμοῦ τοῦ στίγματὸς μας στὸν χάρτη τῆς πραγματικότητας ἡ συνειδητοποίηση ὅτι ζοῦμε σ’ ἕνα κατοπτρικὸ εἴδωλο τοῦ ὁμηρικοῦ κόσμου. Ἡ ἀντιστροφὴ τῶν ἀξιῶν καὶ ἡ ἀλλαγὴ τῶν προσήμων στὴν ἐξίσωση τοῦ βίου μας, συνθέτουν ἕνα ἄδοξο ἔπος, στὸ ὁποῖο πρωταγωνιστοῦμε. Ἡ ὑπόδειξη, ἀπὸ τὴν ἐμφανῆ καὶ ἀφανῆ ἐξουσία, τῶν ἀρεστῶν σὲ ἐκείνη «προτύπων», τὰ ὁποία ὀφείλουν νὰ καταναλώσουν καὶ νὰ μεταβολίσουν οἱ μᾶζες παραπέμπουν σὲ μία βλάσφημη παραλλαγὴ τῆς ἱστορίας μὲ τὸν Κύκλωπα Πολύφημο καὶ τὸν Ὀδυσσέα.
Ὁ Κύκλωπας Πολύφημος, γιὸς τοῦ Ποσειδῶνα καὶ τῆς νύμφης Θόωσας, ἀντιμετωπίζει τὸν Ὀδυσσέα καὶ τοὺς συντρόφους του σὰν γεῦμα. Τοὺς ἔτρωγε ἕναν-ἕναν. Ὁ Ὀδυσσεὺς σχεδίασε νὰ τὸν ἀποκοιμίσει, κερνώντας τὸν οἶνο γλυκόπιοτο. Ύστερα νὰ τὸν τυφλώσει καρφώνοντὰς του στὸ μάτι ἕνα πυρωμένο παλούκι. Κι ἔτσι ἔγινε. Διαβάζουμε στὸ ὁμηρικὸ κείμενο, στοὺς στίχους 360-374 τῆς ραψωδίας «ι»:
«Ἐγὼ τοῦ’ φερα οἶνο σπινθηροβόλο. Τρεῖς φορὲς του’δωκα καὶ τρεῖς ὁ ἄφρονας τὸ ἤπιε. Κι ὅταν ὁ οἶνος ἔφθασε στοῦ Κύκλωπα τὶς φρένες, τότε τοῦ μίλησα ἐγὼ κι εἶπα λόγια μειλίχια: ‘Κύκλωπα, τὸ εξακουστὸ μοῦ ὄνομα σὺ ρωττᾶς; Θὰ σοῦ τὸ εἰπῶ, μὰ δῶσε μοῦ τὸ δῶρο ποῦ ὑποσχέθηκες. Το ὄνομὰ μου εἶναι Κανείς. Κανένα μὲ φωνάζουν ἡ μάνα κι ὁ πατέρας μου κι οἱ σύντροφοὶ μοῦ ὅλοι’.
Ἔτσι εἶπα, καὶ μοῦ ἀπάντησε μὲ ἄσπλαχνη καρδιὰ:‘Απ’ τοὺς συντρόφους τελευταῖο ἐγὼ θὰ φάγω τὸν Κανένα, τοὺς ἄλλους θὰ τοὺς φάγω πρίν, κι αὐτὸ εἶναι τὸ δῶρο σου’.
Εἶπε, κι ἔπεσε ὕπτιος γέρνοντας καὶ κατόπιν ἔγειρε τὸν παχὺ αὐχένα τοῦ στὰ πλάγια, καὶ ὕπνος τὸν πῆρε καὶ τὸν δάμασε. Κι ἀπὸ τὸν φάρυγγα ἔβγαινε οἶνος καὶ κρέας ἀνθρώπινο. Κι οινοβαρὺς ρευόταν».
Στην δικὴ μας, πικρὴ ἱστορία, οἱ ρόλοι ἀλλαγμένοι ἀλλὰ τὰ ὑλικὰ τοῦ μύθου ἴδια. Κύκλωπας Πολύφημος εἴμαστε ἐμεῖς, τὸ κοινωνικὸ σῶμα μὲ τὸ περιορισμένο ὀπτικὸ πεδίο. Παιδιὰ Θεοῦ μὲν ἀλλὰ ἀποκομμένα, ἀποξενωμένα ἀπὸ Ἐκεῖνον. Βρισκόμαστε κλεισμένοι καὶ απανθρωπισμένοι στὸ...
























