Ἐγκωμιαστικό ποίημα πού ἔγραψα γιά τόν βασιλέα Ἀλέξανδρο τοῦ Φιλίππου, τούς στρατηγούς, τούς συμμάχους καί τούς στρατιῶτες του.
Διάβηκα τά σύνορα ἑνός καί μηδενός
Εἶδα στρατιῶτες πού ἦταν τοῦ Ἑνός
Με ξίφη καί μ’ ἀκόντια, μέ τόξα καί μέ βέλη
Βουβοί, καί ἀβοήθητοι στῆς σιωπῆς τά ἕλη
Λιμνάζανε, ξεθώριαζαν σ’ ἀμέτρητους αἰῶνες
Καί στίς οὐλές τούς πάνω λησμονημένοι ἀγῶνες
Ἕνα στ΄ ἀριστερό κι ἕνα δεξί τό βῆμα
Ρυθμός πρωτάκουστος γιά ξεχασμένο μνῆμα
Δέν γύρευαν βοήθεια, μονάχα περιμέναν
Σέ ὅ,τι ζήταγαν σ’ αὐτό καί ἐπιμέναν
Βουβοί καί ἀβοήθητοι∙ παράξενη φυλή
Φρικτή κι αἰθέρια στρατιά χωρίς στολή
Αἷμα στό αἷμα ὁ θάνατος, ἀνάγκη γιά ἐπιστροφή
Εἰρήνη, πόλεμος, μνήμη καί λήθη, φωτιά, καταστροφή
Ἥσυχα κόβονται οἱ σάρκες τῶν σφαγίων
Στην κόψη τοῦ σπαθιοῦ οἱ βίοι τῶν ἁγίων
Βάδισε πρός τό μέρος μου κάτι σάν τό
Διάβηκα τά σύνορα ἑνός καί μηδενός
Εἶδα στρατιῶτες πού ἦταν τοῦ Ἑνός
Με ξίφη καί μ’ ἀκόντια, μέ τόξα καί μέ βέλη
Βουβοί, καί ἀβοήθητοι στῆς σιωπῆς τά ἕλη
Λιμνάζανε, ξεθώριαζαν σ’ ἀμέτρητους αἰῶνες
Καί στίς οὐλές τούς πάνω λησμονημένοι ἀγῶνες
Ἕνα στ΄ ἀριστερό κι ἕνα δεξί τό βῆμα
Ρυθμός πρωτάκουστος γιά ξεχασμένο μνῆμα
Δέν γύρευαν βοήθεια, μονάχα περιμέναν
Σέ ὅ,τι ζήταγαν σ’ αὐτό καί ἐπιμέναν
Βουβοί καί ἀβοήθητοι∙ παράξενη φυλή
Φρικτή κι αἰθέρια στρατιά χωρίς στολή
Αἷμα στό αἷμα ὁ θάνατος, ἀνάγκη γιά ἐπιστροφή
Εἰρήνη, πόλεμος, μνήμη καί λήθη, φωτιά, καταστροφή
Ἥσυχα κόβονται οἱ σάρκες τῶν σφαγίων
Στην κόψη τοῦ σπαθιοῦ οἱ βίοι τῶν ἁγίων
Βάδισε πρός τό μέρος μου κάτι σάν τό

