Παρασκευή, Μαΐου 08, 2015

Η ΧΑΜΕΝΗ ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ

Αφιερωμένο στον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας εν όψει της μεταβάσεώς του στην Μόσχα τον Μάϊο του 2015 για τις γιορτές της συμμαχικής νίκης επί της ναζιστικής Γερμανίας.

Αν όντως, «εθνικόν είναι ό,τι είναι αληθές», ας είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε την πολύ πικρή αλήθεια των αριθμών: Οι συνολικές απώλειες των Γερμανών καθ’ όλη την διάρκεια της Κατοχής, σύμφωνα με τα δημοσιευθέντα αρχεία τους, στα οποία εμπεριέχονται ονοματεπώνυμα και λοιπά αναλυτικά στοιχεία των νεκρών τους των φονευθέντων στην Ελλάδα από το σύνολο των αντιστασιακών ομάδων και δράσεων (δεξιών και αριστερών), ανήλθαν σε τριακόσιους εβδομήντα έξι (376) νεκρούς.

Ο σοκαριστικά χαμηλός αυτός αριθμός είναι ο μόνος διαθέσιμος επί τη βάσει αδιάσειστων τεκμηρίων, σε αντίστιξη με αόριστους αριθμούς γερμανικών απωλειών κινούμενους στον φαντασιακό χώρο απροσδιόριστων γενικοτήτων που διανθίζουν ποικίλα δημοσιευμένα σχετικά κείμενα. Αντίθετα, οι απώλειες των Ελλήνων που φονεύθηκαν από τις αριστερές δυνάμεις μέχρι και το πέρας των Δεκεμβριανών του 1944, ανήλθαν σε 46.985 νεκρούς κατά τις επίσημες τεκμηριωμένες κρατικές εκθέσεις (και 65.000 κατά την εκτίμηση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού), αν και το ύψος των αριθμών αμφισβητείται από την αριστερά, χωρίς όμως να πάψει να είναι τραγικά υψηλό.

Κατά τον Γραμματέα (υπουργό) των Οικονομικών της εαμίτικης «κυβέρνησης του βουνού» (ΠΕΕΑ: Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης) που συγκρότησε το ΕΑΜ τον Απρίλιο του 1944, Καθηγητή Άγγελο Αγγελόπουλο, στον απολογισμό που κάνει στο έργο του «Από την Κατοχή στον Εμφύλιο» που πρωτοεκδόθηκε το 1994, για την ευρύτερη κατοχική και εμφυλιοπολεμική περίοδο μέχρι το 1949: «ο απολογισμός των θυμάτων των Δεκεμβριανών και του Εμφυλίου Πολέμου είναι χαρακτηριστικός. Ενώ στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά το εξάμηνο του πολέμου 1940-1941 είχαμε 15.000 οπλίτες και αξιωματικούς νεκρούς, στα Δεκεμβριανά είχαμε 17.000 και στον εμφύλιο 47.000 και από τις δυο πλευρές».

Το συμπέρασμα παραμένει το ίδιο. Καθ’ όλη την περίοδο της «εθνικής» αντίστασης η οποία τάχιστα μετεξελίχθηκε σε καταστροφικό εμφύλιο, οι απώλειες των Γερμανών ήταν
μηδαμινές, οι απώλειες των διχασμένων Ελλήνων ύψιστες.

Ίσως αυτή η μακάβρια «λογική των αριθμών» να ήταν που έκανε την Σοβιετική Ένωση να θεωρεί την αντίσταση των Ελλήνων κατά των δυνάμεων κατοχής ως μη υπάρχουσα, όπως αποκαλύπτει με πικρία ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ και πρωτεργάτης των γεγονότων του Λιτοχώρου (Μάρτιος 1946) που σηματοδότησαν την έναρξη της κομμουνιστικής ανταρσίας του 1946-1949, μετέπειτα δε πολιτικός πρόσφυγας στην Σοβιετική Ένωση, Υψηλάντης (Αλέξης Ρόσιος), στο βιβλίο του «Στα φτερά του οράματος» που εξεδόθη το 1997:
«Στις επετείους, ιδιαίτερα δε στην επέτειο της νίκης τους (των σοβιετικών) στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού τόνιζαν – και δικαιολογημένα βέβαια – τον αποφασιστικό ρόλο της ΕΣΣΔ (Σοβιετικής Ένωσης) στη νικηφόρα έκβασή του, ανέφεραν και τη συμβολή των Κινημάτων Αντίστασης των λαών στον κοινό αγώνα κατά των γερμανοϊταλών κατακτητών στις διάφορες χώρες της Ευρώπης, στην Αλβανία, Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία, Ρουμανία, αλλά άχνα δεν έβγαζαν για τη συμβολή της Ελληνικής Εθνικής Αντίστασης… Πολλές φορές οι πολιτικοί πρόσφυγες θέταμε στη σοβιετική ηγεσία αυτό το θέμα, γιατί το θεωρούσαμε μεγάλη προσβολή για την εθνική μας αξιοπρέπεια, αλλά απάντηση καμία. Και γραπτή διαμαρτυρία στάλθηκε στην ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της ΕΣΣΔ από τον Πρόεδρο του Δικαστικού της ΙΧ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Παλάσκα, και πάλι το ίδιο».
Είναι πάντως απορίας άξιο γιατί η υπερπληθώρα των απομνημονευμάτων, αναμνήσεων, εξιστορήσεων, και συναφών πονημάτων τα οποία εξεδόθησαν και συνεχίζουν να εκδίδονται από αριστερούς της εθνικής αντίστασης, πρωταγωνιστές και μη, και τα οποία καταλαμβάνουν αμέτρητες χιλιάδες σελίδων, σπανίως, αν όχι ουδόλως, αναδεικνύουν κατορθώματα κατά των κατακτητών, σε αντίθεση με την λεπτομερώς καταγεγραμμένη λυσσαλέα δράση τους κατά των συνελλήνων τους μαχητών της εθνικής αντίστασης και των επίσης συνελλήνων τους ταγματασφαλιτών που από το τέλος του 1943 στρατεύθηκαν στην συντριπτική τους πλειονότητα (με εξαίρεση μία δράκα ενσυνείδητα γερμανόφιλων εθνικοσοσιαλιστών) για να προασπίσουν το αστικό καθεστώς και γενικότερα τον οικείο τρόπο ζωής που είχαν συνηθίσει, ενάντια στο «αλλότριο» της κομμουνιστικής λαίλαπας, συνεργαζόμενοι εξ’ ανάγκης, πρώτα με τους ευρισκόμενους στη φάση της αποχώρησής τους από την Ελλάδα Γερμανούς, και μετά με τους αφιχθέντες Βρετανούς, και συρόμενοι σε έναν βάρβαρο εμφύλιο που ξεκίνησε πάντως το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΚΚΕ, όχι για να επιδιώξει την «ελεύθερη Ελλάδα» που προπαγάνδιζε, αλλά για να εγκαθιδρύσει μία «κομμουνιστική Ελλάδα», προοίμιο της οποίας ήταν η επικράτησή του στην στρατηγικά αδιάφορη και πρακτικά εγκαταλελειμμένη από τους Γερμανούς ορεινή Ελλάδα, συμπληρώνοντας έτσι την πλήρη εικόνα της βίαιας κατοχής της πατρίδας μας, μιας σκληρής τετραπλής κατοχής: γερμανικής, ιταλικής, βουλγαρικής και κομμουνιστικής.
Η απορία μας για την απουσία καταγραφής των επιτευγμάτων κατά του εχθρού λύνεται φυσικά αν αναλογισθεί κανείς ότι συνολικά, σε όλο το φάσμα της μαζικής εθνικής αντίστασης, αριστερής και δεξιάς, λίγες, αν όχι ελάχιστες, ήταν οι πραγματικά αξιοσημείωτες μάχες με τις δυνάμεις κατοχής.

Πέρα από τις νικηφόρες μάχες των ανταρτών του ΕΔΕΣ οι οποίοι, με διοικητή τον υπολοχαγό Λεωνίδα Πετροπουλάκη, κατέστρεψαν (κατά την περίοδο 16-23 Φεβρουαρίου 1943) μια μηχανοκίνητη ιταλική φάλαγγα στο δρόμο Αμφιλοχίας-Άρτας, και των ανταρτών του ΕΛΑΣ που κατατρόπωσαν τους Ιταλούς στο Φαρδύκαμπο Σιάτιστας (6 Μαρτίου 1943), όπως και τη συντριβή των Βουλγάρων από τους εθνικιστές αντάρτες του Τσαούς Αντών στους Παπάδες του Νέστου (10 Μαΐου 1944), οι μόνες αξιομνημόνευτες συγκρούσεις με Γερμανούς ήταν του... ΕΛΑΣ στο Σαραντάπορο της Ελασσόνας (21 Ιουνίου 1943) και στην Πάρνηθα (15 Οκτωβρίου 1943), του ΕΔΕΣ στη Μενίνα Θεσπρωτίας (17 Αυγούστου 1944), όπου εξοντώθηκε ολοσχερώς ένας γερμανικός λόχος, και οι ταυτόχρονες επιθέσεις του ΕΛΑΣ στην Άμφισσα και Αμφιλοχία, και του ΕΔΕΣ στην περιοχή της Πρέβεζας κατά τον Ιούλιο του 1944. Το αποτέλεσμα αυτής της «εθνικής αντίστασης» που έκλεισε με τα Δεκεμβριανά του ’44, δεν ήταν παρά οι ελάχιστοι νεκροί Γερμανοί και οι πολλές χιλιάδες Ελλήνων δολοφονημένων από τους κατακτητές ως αντίποινα, και κυρίως από τους ίδιους τους Έλληνες στις εμφυλιοπολεμικές τους συγκρούσεις της ίδιας περιόδου, η οποία κατέληξε σε έναν συνεχιζόμενο και ακόμη πιο ανθρωποκτόνο εμφύλιο και μετά την απελευθέρωση.

Ήταν ένας θλιβερός εμφύλιος, ο οποίος αρχίζοντας ουσιαστικά από το 1943 επέπρωτο να διαρκέσει μέχρι το 1949. Ένας αιματηρός εμφύλιος κατά τον οποίο ο κάθε αντιμαχόμενος ηγέτης προσπαθούσε να λύσει τις διαφορές του με τον αντίστοιχο συνέλληνα, ακουμπώντας, προσδοκώντας και εκλιπαρώντας τον δικό του προστάτη, τον δικό του Μεγάλο Πέρση Βασιλέα, από την μία μεριά τον ναζιστή Γερμανό, τον ιμπεριαλιστή Εγγλέζο ή και τον καπιταλιστή Αμερικανό, και από την άλλη τον κομμουνιστή Ρώσο, Βούλγαρο, Γιουγκοσλάβο ή Αλβανό.

Ένας παρατεταμένος εμφύλιος όπου, κατά την μακρά του διάρκεια μέχρι και το 1949, ο κάθε Έλληνας πολέμαρχος δεν ήταν παρά ένας ιδεολογικός και σε πολλές περιπτώσεις φυσικός «οδοιπόρος στα Σούσα»: στο Βερολίνο του Χίτλερ, στο Λονδίνο του Τσώρτσιλ, στη Νέα Υόρκη του Τρούμαν, στη Μόσχα του Στάλιν, στη Σόφια του Δημητρώφ, στο Βελιγράδι του Τίτο ή ακόμα και στα Τίρανα του Χότζα.

Μέσα σε όλον αυτό τον συγκρουσιακό ορυμαγδό, αξιοσημείωτο παραμένει το γεγονός της υπεραφθονίας καλλιτεχνικών φωτογραφιών και έντεχνων μυθοπλαστικών κινηματογραφικών αποθανατίσεων προσώπων και σκηνών από τη ζωή (αλλά όχι και την δράση) των πάσης φύσεως εαμιτών, ελασιτών, επονιτών, οπλατζήδων και ανταρτοκομμουνιστών (και των δύο φύλων), σε αντίθεση με την έλλειψη επαρκών αντίστοιχων ντοκουμέντων από τη μεριά των εθνικιστών μαχητών. Μήπως η τέχνη της εικονικής πραγματικότητας, την οποία εκτενώς και δολίως μετήλθαν και μετέρχονται οι μηχανισμοί της κομμουνιστικής και γενικότερα της συνοδοιπορούσας αριστερής προπαγάνδας, συσκοτίζει, αλλοιώνει ή παραμορφώνει τα όσα πραγματικά συνέβησαν ή δεν συνέβησαν, κατά την τραγική αυτή περίοδο της ιστορίας μας, κατά την οποία η μόνη αδιάψευστη μαρτυρία είναι οι χιλιάδες των δολοφονηθέντων συμπατριωτών μας, ένθεν κακείθεν των αντιμαχομένων Ελλήνων;

Προδημοσίευση από το έργο του Χρίστου Γούδη
«Τοτέμ και Ταμπού της Νεώτερης Ιστορίας μας»

Από την «δημοκρατία»

1 σχόλιο:

mixaliss111 είπε...

Ακόμα ένα¨Αρθρο ποιότητας