Ὅσοι ὑπονομεύουν τά ἑλληνοχριστιανικά θεμέλια τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ εἶναι οἱ ἐπικίνδυνοι, οἱ ἀκραῖοι, οἱ ἀξιοκατάκριτοι. Ὄχι ὅσοι τά ὑπερασπίζονται.
«Ἀνήκουμε στή Δύση». Ρήση ἄστοχη, ἀπερίσκεπτη, χωρίς βάθος. Φανερώνει προπέτεια καί ἄγχος ἀναζήτησης προστατῶν καί πατρόνων. Αὐτή ἡ φράση ἀδίκησε καί τήν Ἑλλάδα καί τή Δύση. Ἡ Ἑλλάδα, ὁμολογουμένως, ἔχει μικρή σχέση μέ τήν Ἀνατολή. Σχετίζεται κυρίως μέ τίς παθογένειες ποῦ ἄφησε πίσω της ἡ φρικτή ἐμπειρία τοῦ ἐγκλεισμοῦ στόν ὀθωμανικό τάφο: μπαξίσι, χαράτσι, ραχάτι, ρουσφέτι. Τέσσερις λέξεις, ὅλα τά προβλήματα χώρας καί λαοῦ συμπυκνωμένα. Τέσσερις λέξεις, τέσσερις αἰῶνες καθυστέρησης, ἀνελευθερίας, ὑποταγῆς στήν ἰσχυρή βαρβαρότητα καί τή βαρβαρική ἰσχύ.
Οἱ Ἕλληνες ταιριάζουν πολύ περισσότερο μέ τούς Εὐρωπαίους καί τούς Ἀμερικανούς παρά μέ τούς Ἄραβες, τούς Τούρκους, τούς Κινέζους, τούς Ἀφρικανούς. Αὐτό καθίσταται πρόδηλο, σέ ὅλο τό μεγαλεῖο του, τήν ἅγια περίοδο τῶν Χριστουγέννων καί τήν Πρωτοχρονιά.
Ἄν πάρεις τοῦτες τίς μέρες ἕναν Ἕλληνα, ἀπό τόν φτωχότερο μέχρι τόν πλουσιότερο, καί τόν βάλεις στήν καρδιά τῆς πρωτεύουσας ὁποιασδήποτε εὐρωπαϊκῆς χώρας, θά νιώσει σάν στό σπίτι του. Αὐτά εἶναι οἱ μνῆμες, ἡ χαρά, τά βιώματα καί ἡ ἐλπίδα μᾶς: τά φῶτα, οἱ στολισμοί, οἱ Ἅγιοι Βασίληδες, οἱ φάτνες, τά γελαστά πρόσωπα, τά κάλαντα, τά τραγούδια, τά δραματοποιημένα παραμύθια (ἀπό τόν «Καρυοθραύστη» τοῦ Χόφμαν μέχρι τό «Κοριτσάκι μέ τά σπίρτα» τοῦ Αντερσεν), τά γλυκά καί τό ἄστρο πού


