![]() |
| Η μαμά μικρή, όταν έκανε μαθήματα μπαλέτου. |
22 Μαρτίου 2017. Μεσημέρι. «Πέθανε ο θεός, πέθανα κι εγώ». Αυτές ήταν οι πρώτες σκέψεις μου την στιγμή που άκουσα από το τηλέφωνο τα ουρλιαχτά της αδελφής μου. Βρισκόταν στο σπίτι στον Πειραιά. Μόλις είχε βρει την μαμά στο πάτωμα. Παγωμένη. Νεκρή. Εγκεφαλικό. Ετών 67. Το παγωμένο χέρι του Άδη απλώθηκε μέχρι εμάς. Για τα καλά. Έσφιξε αστραπιαία, έπληξε ακαριαία. Το βασίλειο του Πλούτωνα κατέστη ο τόπος όπου η χαρά μας, η μαμά μας, κάνει διακοπές αορίστου χρόνου λήξεως. Θέλοντας και μη, έπειτα από αυτό, ο θάνατος αποτελεί καθημερινό θέμα των λογισμών και των συζητήσεών μας.
«Πέθανε ο θεός, πέθανα κι εγώ». Από το κάπου βρέθηκα στον Άδη σε χρόνο μηδενικό. Όσο να σηκωθεί το τηλέφωνο σε μια κλήση και να ακούσω το ίχνος του σπαραγμού που αφήνει ο Χάρος σε όσους κι όσες απομένουν. Από εκείνη την στιγμή κι έπειτα ένα κομμάτι μου δεν ασχολείται με τίποτε άλλο παρά μέσω του νου να προσπαθώ να ξεγλιστρήσω πίσω από τα βαριά, τα αδιαφανή, κατάμαυρα παραπετάσματα του Άδη και να την δω, να μάθω κάτι. Είναι καλά; Είναι ή απλά δεν είναι; Κι αν είναι πώς περνά; Κι αν δεν είναι τι σημαίνει να μην είσαι; Παρηγοριά στο να μην είσαι μπορείς να βρεις προσπαθώντας να σκεφτείς, να θυμηθείς πριν την γέννησή σου. Σε ένοιαζε κάτι; Όχι. Σε έθλιβε κάτι; Όχι. Πάλι καλά. Το μηδέν που μας πολιορκεί, το χάος που μας απειλεί, είναι και μια καταφυγή. Ίσως.
Η πίστη μου παλινδρομεί, έρχεται και φεύγει σαν τα πάθη του νερού, την πλημμυρίδα και την άμπωτη. Θέλω να πιστεύω και λίγες φορές τα καταφέρνω. Άλλες φορές, δεν δύναμαι. Τις περισσότερες αποφεύγω να επιστρέφω νοερά στον τόπο της απώλειας και κάνω εσωτερικές ασκήσεις σκληρότητας και σιγής. Αυτό λειτουργεί, τελικά. Έχω σιωπήσει φέτος. Αρκετά. Και σκληραίνω. Πολύ. Δεν γίνεται αλλιώς.
Είμαι τυχερός, υπό μίαν έννοια. Μια θερμή ακτίδα φωτός και άσβεστης ελπίδας, διαρκής, έντονη και αδιαλείπτως παρούσα μέχρι τα 48 μου. Πάλι καλά. Άλλοι/ες δεν το έχουν νιώσει ποτέ. Ορισμένοι/ες το έζησαν λίγο, ίσα-ίσα για να διαρκέσει ο πόνος της απώλειας για μεγάλο υπόλοιπο βίου.
«Πέθανε ο θεός, πέθανα κι εγώ». Η μητέρα είναι ό,τι πλησιέστερο σε Θεό έχω συναντήσει. Μια από τις πρώτες-πρώτες αναμνήσεις μου είναι το σκοτάδι της νύχτας και το χέρι μου να απλώνεται μέσα από τα κάγκελα της κούνιας για να βρει εκείνο της μητέρας μου. Το άπλωνε και εκείνη και μ’ άγγιζε με τα ακροδάχτυλά της. Τότε ησύχαζα κι ερχόταν ο ύπνος. Μόνο τότε ησύχαζα. Μεγαλώνοντας είδα την «δημιουργία του Αδάμ», την νωπογραφία του Μικελάντζελο. Η κίνηση, όσα φανερώνει κι όσα κρύβει το βλέμμα του Αδάμ παραπέμπουν σε παιδί, σε βρέφος.
Σίγουρα η μητέρα είναι ό,τι πιο κοντά στον Θεό μπορούμε να έχουμε. Αγαπά άνευ όρων. Βαθιά. Χωρίς ανταλλάγματα. Ήσυχα. Εσωτερικά. Υπερασπίζεται το δημιούργημα μέχρι τέλους, του δικού της τέλους. Κι εγώ έχασα έναν ολόκληρο Θεό. Αδιάψευστο τεκμήριο το
