Σιωπή. Αὐτὴ θὰ μᾶς σώσει ἔστω καὶ γιὰ λίγο ἀπὸ τὸ ὑπαρξιακὸ ναυάγιό μας στὴ στεριά. Πνιγόμαστε σὲ ἕναν ὠκεανὸ ἀπὸ περισπάσεις, θόρυβο, ὑπερπροβεβλημένη μωρία καὶ βασιλεύουσα ἀσχήμια. Ἀλήθεια, πόσος πολὺς θόρυβος περιβάλλει τὴ συνείδησή μας. Σὰν λερὸ ροῦχο, παχὺ καὶ πολυκαιρινό, ποὺ τὸ φορᾶμε, θέλοντας καὶ μή, σὲ ἐποχὲς ποὺ μοιάζουν ὅλες μεταξύ τους. Ἀσφυκτιοῦμε μέσα του καὶ λησμονήσαμε πὼς τὸ φορέσαμε κάποτε καὶ κάθε μέρα λέμε νὰ τὸ βγάλουμε καὶ πάντα τὸ ξεχνᾶμε.
Πόσο μεγάλη παρεμβολὴ ὁ ἀχὸς τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα εἶναι ξένα μὲ τὶς ζωές μας, τὰ πάθη μας τ’ ἀληθινά, τὰ ὄνειρα καὶ τὶς ἀγωνίες. Ἀδιάκοπη ἡ χλαπαταγή. Λὲς καὶ κάποιος βάλθηκε νὰ κουκουλώσει μὲ ἀσχήμια, δυσφορία κι ἀποστροφὴ ὅ,τι ἀκριβῶς ἀξίζει στὸ προσωρινὸ διάβα μας ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτον τὸν ἐφήμερο. Φουρτούνα ἄγρια, πόλεμος κανονικός, χωρὶς νικητές, μόνο μὲ ἡττημένους. Κι ἐπειδὴ μόνο οἱ νεκροὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν δεῖ τὸ τέλος τοῦ πολέμου, ἐμεῖς πρέπει νὰ μάθουμε νὰ ζοῦμε παράλληλα μὲ ἐκεῖνον, ὄχι ἐντός του. Νὰ ἐμπλεκόμαστε ὅσο τὸ δυνατὸν λιγότερο στὰ μέτωπά του καὶ νὰ ἀποφεύγουμε τὰ ἀκονισμένα γρανάζια του ποὺ ἀλέθουν καθημερινὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὴ τὴν προσπάθεια, τὸν ἱερὸ σκοπὸ τῆς εἰρήνης, μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ σὰν καταφύγιο τὸ καλοκαίρι.
«Καλοκαιρινὴ ἀπόδραση» δὲν τὴ λένε τὴν ἄδεια; Τυχαῖα τῆς δόθηκε ὁ χαρακτηρισμός; Ἡ πανανθρώπινη ἐμπειρία ἀπὸ τὶς μέριμνες τῆς καθημερινότητας ἦταν ἡ...