Δευτέρα, Ιουλίου 13, 2026

Ἡ σπλαχνικὴ θερινὴ ἀκινησία καὶ σιωπή


Σιωπή. Αὐτὴ θὰ μᾶς σώσει ἔστω καὶ γιὰ λίγο ἀπὸ τὸ ὑπαρξιακὸ ναυάγιό μας στὴ στεριά. Πνιγόμαστε σὲ ἕναν ὠκεανὸ ἀπὸ περισπάσεις, θόρυβο, ὑπερπροβεβλημένη μωρία καὶ βασιλεύουσα ἀσχήμια. Ἀλήθεια, πόσος πολὺς θόρυβος περιβάλλει τὴ συνείδησή μας. Σὰν λερὸ ροῦχο, παχὺ καὶ πολυκαιρινό, ποὺ τὸ φορᾶμε, θέλοντας καὶ μή, σὲ ἐποχὲς ποὺ μοιάζουν ὅλες μεταξύ τους. Ἀσφυκτιοῦμε μέσα του καὶ λησμονήσαμε πὼς τὸ φορέσαμε κάποτε καὶ κάθε μέρα λέμε νὰ τὸ βγάλουμε καὶ πάντα τὸ ξεχνᾶμε.

Πόσο μεγάλη παρεμβολὴ ὁ ἀχὸς τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα εἶναι ξένα μὲ τὶς ζωές μας, τὰ πάθη μας τ’ ἀληθινά, τὰ ὄνειρα καὶ τὶς ἀγωνίες. Ἀδιάκοπη ἡ χλαπαταγή. Λὲς καὶ κάποιος βάλθηκε νὰ κουκουλώσει μὲ ἀσχήμια, δυσφορία κι ἀποστροφὴ ὅ,τι ἀκριβῶς ἀξίζει στὸ προσωρινὸ διάβα μας ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτον τὸν ἐφήμερο. Φουρτούνα ἄγρια, πόλεμος κανονικός, χωρὶς νικητές, μόνο μὲ ἡττημένους. Κι ἐπειδὴ μόνο οἱ νεκροὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν δεῖ τὸ τέλος τοῦ πολέμου, ἐμεῖς πρέπει νὰ μάθουμε νὰ ζοῦμε παράλληλα μὲ ἐκεῖνον, ὄχι ἐντός του. Νὰ ἐμπλεκόμαστε ὅσο τὸ δυνατὸν λιγότερο στὰ μέτωπά του καὶ νὰ ἀποφεύγουμε τὰ ἀκονισμένα γρανάζια του ποὺ ἀλέθουν καθημερινὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὴ τὴν προσπάθεια, τὸν ἱερὸ σκοπὸ τῆς εἰρήνης, μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ σὰν καταφύγιο τὸ καλοκαίρι.

«Καλοκαιρινὴ ἀπόδραση» δὲν τὴ λένε τὴν ἄδεια; Τυχαῖα τῆς δόθηκε ὁ χαρακτηρισμός; Ἡ πανανθρώπινη ἐμπειρία ἀπὸ τὶς μέριμνες τῆς καθημερινότητας ἦταν ἡ...

νονὰ σὲ τοῦτα τὰ βαφτίσια τῆς λέξης. Καὶ εἶναι ἀπόδραση τὸ νὰ σπᾶς τὰ δεσμὰ τῆς καθημερινότητας ποὺ σοῦ ἀπομυζᾶ κάθε ἰκμάδα τῆς ἐνέργειάς σου γιὰ νὰ σοῦ δώσει τὸ δικαίωμα νὰ ὑπάρχεις, νὰ ἐπιβιώνεις, στερώντας σου συχνὰ τὸ δικαίωμα νὰ ζεῖς. Ἄδεια σημαίνει νὰ ἐπιλέξεις ἐσὺ τί ὥρα θὰ ἐγερθεῖς, νὰ μὴν μπεῖς μὲ τὸ στανιὸ στὰ βρόμικα κουτιὰ τῶν ΜΜΜ στριμωγμένος μὲ ἄλλους κατάδικους ποὺ πᾶνε μὲ σκυφτὸ τὸ κεφάλι γιὰ τὸ μεροκάματο ἢ γιὰ τὶς ὑποθέσεις τους, κοιτάζοντας μὲ θλιμμένο βλέμμα ἀπὸ τὰ παράθυρα, λὲς κι εἶναι ἡ τελευταία φορὰ ποὺ ἀντικρίζουν τὸν ἥλιο.

Ἡ ἴδια ἡ λέξη «ἄδεια» σοῦ φωνάζει ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀδειανὴ ἀπὸ ὑποχρεώσεις πρὸς τρίτους, ἀπὸ ἄχαρες κι ἀχάριστες μέριμνες, ποὺ παρασιτοῦν σὲ βάρος σου. Τὸ κενὸ τοῦτο γεμίζει ἰδανικὰ μόνο μὲ σιωπή, μὲ ἡσυχία, μὲ χῶρο καὶ χρόνο γιὰ καίνωση τοῦ νοῦ καὶ τῆς ψυχῆς. Μόνο μέσα στὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἀκινησία μπορεῖ κάποιος νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτό του ἢ ἔστω κάποια ἴχνη του. Δὲν γίνεται νὰ λογιστεῖς αὐθεντικὰ κι ἀκέραια μέσα «στὴν πολλὴ συνάφεια τοῦ κόσμου, μὲς στὲς πολλὲς κινήσεις κι ὁμιλίες» καὶ «τῶν σχέσεων καὶ τῶν συναναστροφῶν τὴν καθημερινὴ ἀνοησία», ὅπως λέει ὁ Καβάφης στὸ «Ὅσο μπορεῖς».

Σὲ αὐτὸ τὸ μοναδικό ἔργο ὁ Ἀλεξανδρινὸς ποιητὴς ἐπισημαίνει ὅτι ἡ ζωή μας ξευτιλίζεται ὅταν βυθίζεται μέσα στὴν ἐκκωφαντικὴ κακοφωνία τῆς καθημερινότητας, αὐτὸν τὸν ἐφιάλτη ποὺ ἔχουμε τόσο συνηθίσει ὥστε νὰ νιώθουμε φυσιολογικὴ τὴ μόνιμη δυσφορία ποὺ προκαλεῖ. Εἶναι ὄμορφο τὸ καλοκαίρι, ἂν ξέρεις νὰ δρέψεις τοὺς καρπούς του. Ἡ ἀπουσία τῶν πολλῶν ἀπὸ τοὺς δρόμους καὶ τὶς γειτονιὲς εἶναι εὐκαιρία νὰ ἀντιληφθεῖ κάποιος τὴ δική του παρουσία. Νὰ κάνει μιὰ στάση ἀπὸ τὴν ξέφρενη κούρσα, ὅπου συμμετέχει. Νὰ διακόψει τὸ κυνήγι τῆς χίμαιρας τῆς ἱκανοποίησης ἀναγκῶν, ποὺ εἶναι ψεύτικες στὴν πλειονότητά τους, καὶ ἀνταπόκρισης σὲ καθήκοντα ποὺ ἄλλοι ὥρισαν.

Ἀμελοῦμε γιὰ μιὰ μεγάλη ὑποχρέωση: αὐτὴν πρὸς τὸν ἑαυτό μας. Τὸν ἀφήνουμε πάντα τελευταῖο στὴν οὐρὰ νὰ περιμένει, μάταια, νὰ τοῦ δώσουμε σημασία. Διακοπὲς εἶναι νὰ διακόψουμε ὅ,τι κάνουμε μηχανικὰ καὶ νὰ ζήσουμε σιωπηλὰ καὶ ἐνσυνείδητα. Οὔτε φωνασκίες οὔτε φωταψίες, πάρτι καὶ χάχανα, οὔτε ἀνιαρὰ ἀνθρώπινα δίκτυα καὶ διαδίκτυα. Μόνο ἐμεῖς. Νὰ κοιτᾶμε τὸν ὁρίζοντα. Καὶ κάπου πίσω ἀπ’ αὐτὸν κρύβεται ἀπὸ τὴ θέα μας ὁ Θεός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: