Ἡ ἀποστολὴ τῆς σωτηρίας τῶν ἐφημερίδων ἔχει κυρίως πολιτισμική, πολιτική καὶ κοινωνικὴ διάσταση. Δὲν ἀφορᾷ μόνο τὶς ἐπιχειρήσεις τοῦ Τύπου, ἀλλὰ τὴ σχέση τοῦ πολίτη μὲ τὴν ἀλήθεια. Ὅταν ἡ ἐνημέρωση μετατρέπεται σὲ φτηνὸ προϊόν μαζικῆς κατανάλωσης, ἡ δημοκρατία φτωχαίνει, γιατί στηρίζεται σὲ πολίτες ἀνενημέρωτους, ἀποσπασματικοὺς, εὐάλωτους στὴ δημαγωγία.
Ἡ ἐφημερίδα, μὲ ὅλα της τὰ ἐλαττώματα, παραμένει ὁ τελευταῖος θεσμὸς λογοδοσίας τοῦ δημοσίου λόγου. Ἂν καταρρεύσῃ, θὰ μείνουμε μὲ ἕναν δημόσιο διάλογο χωρὶς πρόσωπα, χωρὶς εὐθύνη, χωρὶς ἔλεγχο.
Τὸ ἐρώτημα, λοιπόν, εἶναι καὶ πὼς θὰ ἐπιβιώσουν οἱ ἐφημερίδες, ἀλλὰ καὶ πὼς θὰ μείνῃ ζωντανὴ ἡ πολιτικὴ μας συνείδηση. Ἡ ἀπάντηση ὀφείλει νὰ εἶναι διπλή: κρατικὴ καὶ κοινωνική.
Ἀκολουθοῦν μερικὲς ἰδέες γιὰ παρεμβάσεις ποὺ μποροῦν νὰ κάνουν οἱ πολῖτες ἀλλὰ καὶ τὸ κράτος, γιὰ νὰ συνεχίσῃ νὰ ὑπάρχῃ ἔντυπη ἐνημέρωση μὲ λογοδοσία, παρέμβαση καὶ παραγωγὴ πνευματικοῦ πλούτου.
Ἐπένδυση στὴν ἐνημέρωση καὶ συνδρομητικὴ κουλτούρα.
Ἡ στήριξη τῶν ἀναγνωστῶν πρέπει νὰ εἶναι ἔμπρακτη. Ὅσοι νιώθουν ὅτι ταυτίζονται ψυχολογικὰ, ἰδεολογικὰ μὲ μιὰ ἐφημερίδα, δὲν ἀρκεῖ νὰ δηλώνουν τὶς συγκλίσεις τους μὲ ἐκείνην, ἀλλὰ νὰ τὴ στηρίζουν ἐπενδύοντας στὴν ἀγορά της. Ἡ κοινωνία ὀφείλει νὰ ξαναγίνῃ...

















