Σάββατο, Μαρτίου 16, 2019

Ἀόρατη στρατιά

Ἐγκωμιαστικό ποίημα πού ἔγραψα γιά τόν βασιλέα Ἀλέξανδρο τοῦ Φιλίππου, τούς στρατηγούς, τούς συμμάχους καί τούς στρατιῶτες του.



Διάβηκα τά σύνορα ἑνός καί μηδενός

Εἶδα στρατιῶτες πού ἦταν τοῦ Ἑνός

Με ξίφη καί μ’ ἀκόντια, μέ τόξα καί μέ βέλη

Βουβοί, καί ἀβοήθητοι στῆς σιωπῆς τά ἕλη


Λιμνάζανε, ξεθώριαζαν σ’ ἀμέτρητους αἰῶνες

Καί στίς οὐλές τούς πάνω λησμονημένοι ἀγῶνες

Ἕνα στ΄ ἀριστερό κι ἕνα δεξί τό βῆμα

Ρυθμός πρωτάκουστος γιά ξεχασμένο μνῆμα


Δέν γύρευαν βοήθεια, μονάχα περιμέναν

Σέ ὅ,τι ζήταγαν σ’ αὐτό καί ἐπιμέναν

Βουβοί καί ἀβοήθητοι∙ παράξενη φυλή

Φρικτή κι αἰθέρια στρατιά χωρίς στολή


Αἷμα στό αἷμα ὁ θάνατος, ἀνάγκη γιά ἐπιστροφή

Εἰρήνη, πόλεμος, μνήμη καί λήθη, φωτιά, καταστροφή

Ἥσυχα κόβονται οἱ σάρκες τῶν σφαγίων

Στην κόψη τοῦ σπαθιοῦ οἱ βίοι τῶν ἁγίων


Βάδισε πρός τό μέρος μου κάτι σάν τό
φῶς

Ἄνθρωπος ἔμοιαζε μά ἤτανε Αὐτός

Παλλόμενες ψυχές σέ κόρες ὀφθαλμῶν

Φλόγες ψυχρές στούς στίχους τῶν ψαλμῶν


Τό ἄγαλμα σκαλίστηκε μέ αἷμα

Ἡ ὀμορφιά του ἀφάνισε τό ψέμα

Ἡ ἀποκάλυψη πού εἶδα, ἄραγε ὑπάρχει;

Ἄν θέλει Ἐκεῖνος μπορεῖ καί νά μέ ἄρχει;


Μέ πῆρε ἀπό τό χέρι γιά νά μέ ξεναγήσει

Σέ τόπο ἄτοπο αὐτός πού θά ξαναγυρίσει

Πείθει μέ τήν ἀρχή τοῦ χάσματος τοῦ Άδη

Τό πλῆγμα τό θανάσιμο βιώνεται σάν χάδι


Ἐλάχιστα κι ὁλότελα εἰπώθηκαν τ’ ἀνείπωτα

Ὁπλίτες, πολίτες, δέν ζεῖτε πιά στό τίποτα

Έφτασ’ Ἐκεῖνος κι ἐσᾶς κι ἐμᾶς λυτρώνει

Κῶος τρεῖς, δάκνων κι  ἀντίτευχος, μᾶς σώνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: