Το Dogville του Δανού σκηνοθέτη Λαρς φον Τρίερ προβλήθηκε πρώτη φορά το 2003. Είναι αριστούργημα. Αν δεν το έχετε παρακολουθήσει καλό θα ήταν να το πράξετε πριν διαβάσετε το κείμενο που ακολουθεί. Εντός περιλαμβάνονται πληροφορίες για την εξέλιξη και το φινάλε του. Δεν είναι και τόσο ωραίο να γίνει… χαλάστρα πριν το απολαύσετε.
Και
τώρα που αποφασίσατε να συνεχίσετε, συνεχίζουμε. Το Dogville γυρίστηκε εξ
ολοκλήρου σε ένα άδειο, σκοτεινό θεατρικό πλατό. Τα σπίτια και οι δρόμοι μιας
αμερικανικής κωμόπολης είναι σχεδιασμένα με κιμωλία στο πάτωμα. Σκηνικό μίνιμαλ.
Η επινόηση θεωρήθηκε, και είναι, πρωτοποριακή. Η πρωτοπορία, όμως, δεν λέει
κάτι αν δεν συνοδεύεται από ουσιαστικό περιεχόμενο. Αντιλαμβανόμαστε το αληθές
τούτου του αξιώματος όποτε ερχόμαστε σε επαφή με πολυδιαφημισμένες ασχήμιες της
αποκαλούμενης «σύγχρονης τέχνης». Το Dogville διαφέρει. Η πρωτοπορία του στηρίζεται
σε πανανθρώπινες αξίες και σε παραδεδεγμένη γνώση. Ο σκηνοθέτης πάνω στα
πανανθρώπινα και τα παραδεδεγμένα έκτισε το καινοτόμο οικοδόμημά του και
εντυπωσίασε το κοινό.
Στην υπόθεση πρωταγωνιστεί η Γκρέις (την υποδύεται η Νικόλ Κίντμαν). Την κυνηγούν. Καταφεύγει στο Dogville για να σωθεί. Οι φαινομενικά καλοσυνάτοι και φιλήσυχοι κάτοικοι δέχονται να την προστατεύσουν. Στην αρχή το αντάλλαγμα της αρωγής είναι ευτελές. Λίγη βοήθεια στις καθημερινές δουλειές. Ωστόσο, όσο η εξάρτηση της Γκρέις από αυτούς μεγαλώνει, η αρχική «καλοσύνη» των κατοίκων κακοφορμίζει σε απληστία. Η Γκρέις γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης και συστηματικής...
