«Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ' είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων' η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες -
Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι -ω συμφορά!-απ' τον Ελληνισμό».
Ο Αλεξανδρινός με αυτό το ποίημα μάλλον είχε στόχο να κεντρίσει τα αντανακλαστικά των συμπολιτών του, που αυτολησμονούνταν ως φορείς ενός εθνικού πολιτισμού και παρέδιδαν τους νόες τους στις θελξίμβροτες ωδές των σειρήνων του συγκρητισμού, ο οποίος ήταν σχεδόν αναπόφευκτος στην πάλαι ποτέ ακμάζουσα κοινότητα των Αιγυπτιωτών Ελλήνων. Μοιραία μεν η ύπαρξη του αλλότριου λέχους στην ελληνική κλίνη της Αιγύπτου, αλλά ο Καβάφης θεωρούσε ότι μπορούσε να περιοριστεί η έκταση του φαινομένου και το βάθος της επιρροής του. Αν ήταν βέβαιος ότι ήταν
