Στην Ἑλλάδα γίνεται κι αὐτό τό παράξενο: Νάνοι προσπαθοῦν νά πετύχουν μέ πέτρες μία ἄφταστη βουνοκορφή τῆς μουσικῆς.
Τά ἀγάλματα ἦταν χρωματισμένα. Αὐτά πού κοιτάζουμε καί θαυμάζουμε στήν ἁγνή λευκότητά τους εἶχαν χρῶμα, ἔντονο, σαφῶς διακριτό. Στό βιβλίο τοῦ Δημήτρη Πλάντζου «Ἑλληνική Τέχνη καί Ἀρχαιολογία 1200-30 π.Χ.» (σ.σ.: 118-119) διαβάζουμε: «Ἕνα ἰδιαίτερο τυπολογικό στοιχεῖο τῆς κόρης, αὐτονόητο γιά τήν ἀρχαϊκή καί τήν κλασική πλαστική, εἶναι καί ἡ χρήση τοῦ χρώματος. Ἄν καί ἀπαντᾶ καί στούς κούρους -ὅπως καί σέ κάθε ἄλλο τύπο τῆς ἀρχαϊκῆς πλαστικῆς- τό χρῶμα ἦταν ἰδιαίτερα ἐμφανές στά ἀγάλματα τῶν ἀρχαϊκῶν κορῶν.[...] Μέ χρῶμα ἀποδιδόταν ἡ κόμη ἀλλά καί ἡ σάρκα τῶν μορφῶν.[...] Λόγω τῆς κακῆς διατήρησης τοῦ χρώματος πάνω στήν ἐπιφάνεια τῶν γλυπτῶν, συχνά οἱ σημερινοί θεατές τούς -ἀκόμη καί οἱ ἴδιοι οἱ ἀρχαιολόγοι- ξεχνοῦν πόσο βασικό συστατικό στοιχεῖο τῆς αἰσθητικῆς τῶν ἀρχαίων ἀγαλμάτων ἦταν ὁ χρωματικός τους διάκοσμος». Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἔφυγε τό χρῶμα καί ἔμεινε ἡ ψυχή τοῦ ἔργου, ἡ μορφή, τό
Τά ἀγάλματα ἦταν χρωματισμένα. Αὐτά πού κοιτάζουμε καί θαυμάζουμε στήν ἁγνή λευκότητά τους εἶχαν χρῶμα, ἔντονο, σαφῶς διακριτό. Στό βιβλίο τοῦ Δημήτρη Πλάντζου «Ἑλληνική Τέχνη καί Ἀρχαιολογία 1200-30 π.Χ.» (σ.σ.: 118-119) διαβάζουμε: «Ἕνα ἰδιαίτερο τυπολογικό στοιχεῖο τῆς κόρης, αὐτονόητο γιά τήν ἀρχαϊκή καί τήν κλασική πλαστική, εἶναι καί ἡ χρήση τοῦ χρώματος. Ἄν καί ἀπαντᾶ καί στούς κούρους -ὅπως καί σέ κάθε ἄλλο τύπο τῆς ἀρχαϊκῆς πλαστικῆς- τό χρῶμα ἦταν ἰδιαίτερα ἐμφανές στά ἀγάλματα τῶν ἀρχαϊκῶν κορῶν.[...] Μέ χρῶμα ἀποδιδόταν ἡ κόμη ἀλλά καί ἡ σάρκα τῶν μορφῶν.[...] Λόγω τῆς κακῆς διατήρησης τοῦ χρώματος πάνω στήν ἐπιφάνεια τῶν γλυπτῶν, συχνά οἱ σημερινοί θεατές τούς -ἀκόμη καί οἱ ἴδιοι οἱ ἀρχαιολόγοι- ξεχνοῦν πόσο βασικό συστατικό στοιχεῖο τῆς αἰσθητικῆς τῶν ἀρχαίων ἀγαλμάτων ἦταν ὁ χρωματικός τους διάκοσμος». Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἔφυγε τό χρῶμα καί ἔμεινε ἡ ψυχή τοῦ ἔργου, ἡ μορφή, τό

