Το ὄνειδος τῆς ἀνάθεσης τῆς διεύθυνσης τοῦ Ἑλληνικοῦ Φεστιβὰλ στὸν Βέλγο Γιαν Φαμπρ, καθὼς καὶ ἡ ὑπόσχεσὴ του νὰ «βελγοποιήσει» τὸν θεσμό, ἐξοβελίζοντας τοὺς Ἕλληνες καλλιτέχνες, προβλημάτισαν, πίκραναν καὶ ἐξόργισαν τὴν κοινὴ γνώμη. Ὅμως, αὐτὴ ἡ ἀρνητικὴ ἐξέλιξη ἀποτέλεσε καὶ ἕνα χρήσιμο μάθημα. Πολλοὶ συμπατριῶτες μας, ἔχοντας χτίσει (νοερά καὶ σαθρά) τείχη προστασίας γύρω τούς, εἶχαν τὴν αὐταπάτη ὅτι ἡ ἐθνικὴ ὑπόθεση δὲν τοὺς ἀφορᾶ. Θεωροῦσαν ὅτι, ἐφόσον ἐκεῖνοι εἶναι καλὰ «δικτυωμένοι», δὲν πρόκειται νὰ θιχτοῦν ἀπὸ τὴν καλπάζουσα καὶ πολύπλευρη κρίση.
Ἄλλοι ἐπαφίεντο στὴν ἐπαγγελματικὴ ἐπάρκειὰ τούς, στὴν κοινωνική-ταξική προέλευσὴ τοὺς καὶ τὴ δημοφιλία τούς, καὶ ἦταν πεπεισμένοι ὅτι ἡ φτώχεια, ἡ ἀνεργία, ὁ ὑποβιβασμὸς τοῦ τρόπου ζωῆς καὶ ἡ προσβολὴ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀξιοπρέπειας ἦταν «ἀσθένειες» ποῦ θὰ ἔπλητταν ἄλλους, πιὸ
Ἄλλοι ἐπαφίεντο στὴν ἐπαγγελματικὴ ἐπάρκειὰ τούς, στὴν κοινωνική-ταξική προέλευσὴ τοὺς καὶ τὴ δημοφιλία τούς, καὶ ἦταν πεπεισμένοι ὅτι ἡ φτώχεια, ἡ ἀνεργία, ὁ ὑποβιβασμὸς τοῦ τρόπου ζωῆς καὶ ἡ προσβολὴ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀξιοπρέπειας ἦταν «ἀσθένειες» ποῦ θὰ ἔπλητταν ἄλλους, πιὸ

