Ἐζυγίσανε τὴ χαρὰ μου καὶ τὴ βρήκανε, λέει, μικρὴ
καὶ τὴν πατήσανε χάμου σὰν ἔντομο.
Τὴ χαρὰ μου χάμου πατήσανε καὶ στὴν πέτρα μέσα τὴν κλείσανε
καὶ στερνὰ τὴν πέτρα μοῦ ἀφήσανε,
τρομερὴ ζωγραφιὰ μου.
Με πελέκι βαρὺ τὴ χτυποῦν, μὲ σκαρπέλο σκληρὸ τὴν τρυποῦν,
μὲ καλέμι πικρὸ τὴ χαράζουν, τὴν πέτρα μου.
Κι ὅσο τρώει τὴν ὕλη ὁ καιρός,τόσo βγαίνει πιὸ καθαρὸς
ὁ χρησμὸς ἀπ' τὴν ὄψη μου:
ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝEKPΩN ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩN ΒΡAXΩΝ Τ' ΑΓΑΛΜΑΤΑ!
Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ποίηση», «Το Ἄξιον Ἐστί», κεφ. «Ἡ Πορεία πρὸς τὸ Μέτωπο», σελ. 140, ἐκδόσεις Ἴκαρος
Τὸ βασικὸ μήνυμα που μπορεῖ νὰ κομίσει κάθε ποιητὴς ἀπὸ τὶς σφαῖρες στὶς ὁποῖες προσεγγίζει τὸ λογιστικὸ μέρος τῆς ψυχῆς του εἶναι μία λέξη: Πόλεμος. Ἐναντίον ὅλων. Τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐχθροῦ. Τοῦ ἐξωτερικοῦ. Τῆς παρακμῆς. Τοῦ ἐφησυχασμοῦ. Τῆς παράδοσης στὸν ἀργὸ θάνατο τῆς νωθρότητας. Τῆς προδοσίας τῆς πατρίδας. Τῆς διαφθορὰς τῶν λέξεων. Ὁ πόλεμος εἶναι
